Τὰ Πατήματα τῆς Παναγίας


Τὰ «Πατήματα τῆς Παναγίας» ἀλλὰ καὶ τὸ εἰκόνισμά της συναντάει ὁ ἐπισκέπτης στὸ μονοπάτι ποὺ ὁδηγεῖ στὴ Μονὴ Προυσοὺ στὸ Καρπενήσι. Πάνω σὲ κάθετο βράχο ἔχουν διαμορφωθεῖ ἑπτὰ σχήματα διαφορετικοῦ χρώματος μὲ τὴ μορφὴ πατημασιᾶς ποῦ δείχνουν ἀκριβῶς τὰ βήματα τῆς Παναγίας, τὰ ἴχνη ποὺ ἄφησε στὸ δρόμο της γιὰ τὸν Προυσό. Πρόκειται γιὰ ἕνα περίεργο γεωλογικὸ φαινόμενο ποὺ ὅμως κανεὶς μέχρι σήμερα δὲν ἔχει καταφέρει νὰ ἑρμηνεύσει.

Τὸ σημεῖο ποὺ βρίσκεται μόλις 10 χλμ ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Προυσοῦ εἶναι ἐπισκέψιμο καὶ πλῆθος πιστῶν δὲν παραλείπουν νὰ κάνουν μία στάση γιὰ νὰ προσκυνήσουν μὲ εὐλάβεια καὶ ταπείνωση. Μπρελὸκ αὐτοκινήτων, κλειδιὰ καὶ κέρματα εἶναι μόνο μερικὰ ἀπὸ τὰ προσωπικὰ ἀντικείμενα ποὺ ἀφιερώνουν στὴν Παναγία οἱ προσκυνητές. Δειλὰ-δειλὰ ἀνάμεσά τους ξεπροβάλλουν κοῦκλες μικρῶν παιδιῶν «ἐκλιπαρώντας» γιὰ τὴν προστασία τῶν νεαρότερων πιστῶν.

Τὸ «ταξίδι» τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας

Τὸ 829 μ.Χ., περίοδος τῆς εἰκονομαχίας, ὁ Αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου Θεόφιλος προστάζει νὰ κατέβουν ὅλες οἱ βυζαντινὲς εἰκόνες καὶ νὰ καοῦν. Ἕνα πλουσιόπαιδο ἀποφάσισε νὰ....

σώσει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὴ φυγάδευσε στὴν Ἑλλάδα. Ὁ νέος ἀποκοιμήθηκε καὶ ἡ εἰκόνα ἐξαφανίστηκε μυστηριωδῶς.

Ἔπειτα ἀπὸ μερικὰ χρόνια, ὁ νέος ξαναβρῆκε τὴν εἰκόνα σὲ δύσβατο σημεῖο τῆς ὀρεινῆς Εὐρυτανίας, ὅμως γιὰ κακή του τύχη τὸ ἱερὸ κειμήλιο «ἔκανε φτερὰ» γιὰ δεύτερη φορά.
Ἡ ἀρχική του σκέψη ὅτι οἱ ντόπιοι τὴν ἔκλεψαν, ξεθωρίασε ὅμως γρήγορα ἐξαιτίας ἑνὸς ὁράματος.

Ὁ νέος ὁραματίστηκε τὴν Παναγία νὰ τοῦ λέει πῶς διάλεξε αὐτὸ τὸν τόπο γιὰ νὰ «γίνει τὸ Σπίτι της» καὶ ἐὰν ἤθελε μποροῦσε καὶ ὁ ἴδιος νὰ μείνει κοντά Της. Μαζὶ μὲ ἕναν ὑπηρέτη τοῦ ἔχτισαν τὸν Οἶκο τῆς Παναγίας, στὸν τόπο ποὺ ἡ ἴδια τοὺς ὑπέδειξε. Τὸ σπήλαιο ὅπου «κρυβόταν» ἡ εἰκόνα μέχρι νὰ τοὺς φανερωθεῖ, ἔγινε ἀργότερα ἡ Μονὴ Προυσού, ἀντλώντας τὸ ὄνομά της ἀπὸ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα τῆς «Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας», καὶ ἐκεῖνοι ἔγιναν οἱ πρῶτοι μοναχοί. Ἦταν πιά, ὁ Διονύσιος καὶ ὁ Τιμόθεος.

Τὸ «δῶρο» τοῦ Καραϊσκάκη στὴ Μονὴ

Κατὰ τὴ διάρκεια τῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821, ἡ Μονὴ ἔγινε καταφύγιο γιὰ πάρα πολλοὺς ἀγωνιστές, ὅπως ὁ Μάρκος Μπότσαρης, ὁ Λάμπρος Κατσαντώνης καὶ ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης.

Μάλιστα ὁ Γέρος τοῦ Μοριά, ὡς ἔνδειξη εὐγνωμοσύνης γιὰ τὴ φιλοξενία ποὺ τοῦ παρεῖχε ἡ Μονὴ ποὺ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα καὶ τὴ γρήγορη ἀνάρρωσή του ἀπὸ τὴ θέρμη ποὺ τὸν ταλαιπωροῦσε κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Ἀπελευθερωτικοῦ Ἀγώνα, δώρισε τὸ ἀσημένιο κάλυμμα τῆς εἰκόνας. Ὄπλα τοῦ Καραϊσκάκη μπορεῖ νὰ δεῖ κανεὶς στὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μονῆς κάτι ποὺ μαρτυρᾶ ὅτι πέρασε ἀπὸ ἐκεῖ.

Ἡ Παναγία «προστατεύει» τὸ σπίτι της

Κατὰ περιόδους ἡ Μονὴ γνώρισε πολλὲς καταστροφὲς καὶ λεηλασίες, κυρίως ἀπὸ τὰ τουρκικὰ καὶ τὰ γερμανικὰ στρατεύματα. Ἡ Παναγία ποὺ ἔβλεπε νὰ καταστρέφεται τὸ σπίτι της ἀπὸ τὸ ἀβυσσαλέο μίσος τῶν κατακτητῶν δὲ μποροῦσε νὰ μείνει μὲ σταυρωμένα τὰ χέρια. Σύμφωνα μὲ μαρτυρίες τῆς ἐποχῆς, ἕνας Γερμανὸς ἀξιωματικὸς ἐπιχείρησε νὰ πυρπολήσει τὴν ἐκκλησία. Ὅμως ὅσες φορὲς καὶ ἐὰν τὸ προσπάθησε τὸ «ἀόρατο χέρι» τῆς Παναγίας τὸν ἐμπόδιζε, πετώντας τὸν μὲ δύναμη στὸ δάπεδο τὴν ὥρα ποὺ ζητοῦσε ἀπὸ τοὺς ὑποτελεῖς του νὰ μετατρέψουν τὰ θεμέλια του μοναστηριοῦ σὲ στάχτη.


Ο άγιος Φιλάρετος ήταν έγγαμος και πατέρας τριών τέκνων. Ήταν αγρότης στο επάγγελμα, καλός οικογενειάρχης και άνθρωπος που αγαπούσε πολύ τον Θεό και είχε πλούσια πνευματική ζωή.
Επειδή ήταν φιλόθεος, γι’ αυτό ήταν και φιλάνθρωπος και πολύ ελεήμων. Είχε μεγάλη καρδιά γεμάτη από αληθινή αγάπη καί, όπως ο πατριάρχης Αβραάμ, ήταν φιλόξενος και πάντα προθυμος στην διακονία του “πλησίον”. Άλλωστε δεν μπορούσε να συμβαίνη διαφορετικά επειδή, όποιος αγαπά πολύ τον Χριστό, δεν μπορεί παρά να αγαπά αληθινά και τους αδελφούς του “τούς ελαχίστους”. Ακόμα και εκείνη την περίοδο της ζωής του που από κάποιες συγκυρίες επτώχευσε και “τάφερνε δύσκολα”, και τότε “έδειξε θαυμαστή καρτερία, όπως ο Ιώβ, και συνέχισε να αγαθοεργή μέχρι υπερβολής.
Και ο Θεός, που είδε την ακαταγώνιστη πίστη του, οικονόμησε με την πρόνοιά Του, ώστε ο Κωνσταντίνος ο γιός της βασίλισσας Ειρήνης, να πάρη για γυναίκα του την εγγονή του Αγίου, Μαρία, τον δε Φιλάρετο να τιμήση με το αξίωμα του Υπάτου”, (Υπουργού θα λέγαμε σήμερα). Αλλά και τότε, που απέκτησε πλούτο και δόξα, εξακολουθούσε να είναι καλόκαρδος, απλός και προσιτός.
Όταν πλησίασε η ώρα της εξόδου του από τον μάταιο αυτό κόσμο, κάλεσε τους συγγενείς, τα παιδιά και τα εγγόνια του καί, αφού τους έδωσε τις τελευταίες συμβουλές και νουθεσίες, κατέληξε: “Παιδιά μου, μη ξεχνάτε ποτέ την φιλοξενία, μη επιθυμείτε τα ξένα πράγματα, μη λείπετε ποτέ από τις ακολουθίες και λειτουργίες της Εκκλησίας, και γενικά όπως έζησα εγώ, έτσι να ζήτε και εσείς.”. Και αφού τα είπε αυτά, ξεψύχησε με την φράση “γενηθήτω το θέλημά Σου”.
Η ζωή και το παράδειγμα του οσίου Φιλαρέτου φανερώνουν περίτρανα ότι κανένας τρόπος ζωής, όπως και κανένα επάγγελμα δεν αποτελούν εμπόδιο για την απόκτηση της αγιότητος και της γνώσεως του Τριαδικού Θεού.
Ούτε ο γάμος, ούτε η παρθενία αποτελούν σκοπό της ζωής, αλλά είναι μέσα προς επίτευξη του σκοπού που είναι η θέωση του ανθρώπου. Το να φθάση, δηλαδή, ο άνθρωπος από το “κατ’ εικόνα” στο “καθ’ ομοίωσιν”, από το παρά φύσιν στο κατά φύσιν, δηλαδή στην φυσική του ζωή, που είναι, όχι το να ζη κανείς έξω στην ύπαιθρο και μακριά από τις πόλεις, αλλά το να μεταμορφώση τα πάθη του και να αποκτήση κοινωνία με τον Θεό. Ο όσιος ήταν ένας οικογενειάρχης, ένας βιοπαλαιστής, που εργαζόταν και μοχθούσε καθημερινά να θρέψη την οικογένειά του. Αυτό όμως δεν τον εμπόδισε και από την εσωτερική εργασία, την υπακοή στην Εκκλησία και την τήρηση των εντολών του Χριστού, οι οποίες είναι πηγές ακτίστου ενεργείας και μεταγγίζουν ζωή. Προσευχόταν συνεχώς και έλαβε το χάρισμα της προσευχής. Αγαπούσε αληθινά, τον ευχαριστούσε η διακονία “τού πλησίον” και έλαβε το χάρισμα της φιλοξενίας.
Εύρισκε νόημα ζωής στο δόσιμο και την προσφορά, έκανε πράξη ζωής το “μακάριον εστι μάλλον διδόναι ή λαμβάνειν” και έλαβε το χάρισμα της ελεημοσύνης. Υπήρξε πράγματι φιλάρετος, ήτοι φίλος της αρετής, ή όπως ψάλλει ο ιερός υμνογράφος, “προσλαβών το όνομα και συμβαίνων το πράγματι”, δηλαδή το όνομά του φανέρωνε και τον τρόπο της ζωής του.
Οι αλλαγές που συνέβησαν κατά την διάρκεια της ζωής του, δηλαδή η πτώχευση και ίσως η περιφρόνηση των ανθρώπων, όπως συμβαίνει τις περισσότερες φορές, και όπως έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας “τών ευτυχούντων πάντες φίλοι, των δυστυχούντων ουδέ οι γεννήτορες”, δεν επηρέασαν την εσωτερική του διάθεση και τον τρόπο της ζωής του. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί πάντοτε υπήρχαν και υπάρχουν αυτοί που υπολογίζουν την ανθρώπινη αξία με το χρήμα και τα υλικά και επηρεάζουν πολλές φορές ακόμα και τους πιο καλοπροαιρέτους.
Εδώ θα ανοίξω μια παρένθεση και θα αναφέρω ένα ποιηματάκι, που το είδα γραμμένο πάνω σε ένα χαρτονόμισμα των εκατόν δραχμών, και το οποίο μου προξένησε εντύπωση και ομολογώ ότι το βρίσκω αληθινό: “Μιλήσαμε για λουλούδια και μας είπαν ρομαντικούς, μιλήσαμε για ελευθερία και μας είπαν αλήτες, μιλήσαμε για χρήματα και μας είπαν ανθρώπους”. Δυστυχώς, αυτό συμβαίνει και σήμερα, στην φιλόϋλη εποχή μας. Ο Όσιος όμως αποδείχθηκε ανώτερος των περιστάσεων και δεν επηρεάστηκε από όλα αυτά, αντίθετα εξακολούθησε να προσφέρη από το υστέρημα των υλικών αγαθών, πρωτίστως όμως και κυρίως από το περίσσευμα της καρδιάς του.
Το ίδιο ανεπηρέαστος έμεινε και όταν απέκτησε αξιώματα, χρήματα και δόξα και σίγουρα άρχισε, όπως συμβαίνει συνήθως, να περιβάλλεται από κόλακες και όλους εκείνους τους “τύπους”, που μπορεί εύκολα να σε αποπροσανατολίσουν και να σε βγάλουν έξω από τον σκοπό και την προοπτική σου, και αυτό δείχνει την σταθερότατα του χαρακτήρα του, την ζωντανή του πίστη και την προσήλωσή του στο ζωοποιό θέλημά του Θεού. Αυτό απετέλεσε την πυξίδα της ζωής του και αυτό είχε πάντα στην καρδιά και τα χείλη μέχρι την τελευταία του πνοή, αφού, όπως είδαμε πιο πάνω, ξεψύχησε προσευχόμενος και λέγοντας στον Θεό “γενηθήτω το θέλημά Σου”.
Αξιοπρόσεκτες είναι οι τελευταίες συμβουλές και νουθεσίες προς τα συγγενικά του πρόσωπα. Αξίζει να τις μελετήσουμε και μείς και να προσπαθήσουμε να τις εφαρμόσουμε. Δεν είναι κούφια λόγια, αλλά το απόσταγμα μιας ολόκληρης ζωής, που την πέρασε ευεργετώντας τους ανθρώπους, τους “ελαχίστους αδελφούς του Χριστού”. Η πηγή από την οποία αντλούσε δύναμη ήταν η προσευχή και η λατρευτική ζωή της Εκκλησίας. Ο τρόπος της ζωής του αποτελεί ζωντανό παράδειγμα προς μίμηση. Η προτροπή του “όπως έζησα εγώ ετσι να ζήτε και σείς”, ομοιάζει με εκείνη του Άποστόλου Παύλου “μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού” (Α’ Κορ. 11,1).
(1 Δεκεμβρίου)
Πρωτ. π. Γεωργίου Παπαβαρνάβα

περί κρίσης.....


Ἡ κρίσις εἶναι ἀναιδὴς ἁρπαγὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Θεοῦ, ἐνῷ ἡ κατάκρισις ὄλεθρος τῆς ψυχῆς αὐτοῦ ὁ ὁποῖος κατακρίνει.

Μὴ κατακρίνης καὶ ὅταν ἀκόμη βλέπης κάτι μὲ τοὺς ἴδιους τοὺς ὀφθαλμούς σου, διότι καὶ αὐτοὶ πολλὲς φορὲς ἐξαπατῶνται.

Εἶδα ἄνθρωπο ποὺ φανερὰ ἁμάρτησε, ἀλλὰ μυστικὰ μετενόησε. Καὶ αὐτὸν ποὺ ἐγὼ τὸν κατέκρινα ὡς ἀνήθικο, ὁ Θεὸς τὸν ἐθεωροῦσε ἁγνό, διότι μὲ τὴν μετάνοιά του Τὸν εἶχε πλήρως ἐξευμενίσει.

Εἶδα μερικοὺς οἱ ὁποῖοι μυστικὰ καὶ κρυφὰ διαπράττουν σοβαρώτατα ἁμαρτήματα, καὶ
στηριζόμενοι στὴν ὑποκριτικὴ καθαρότητά τους, ἐπιτιμοῦν μὲ αὐστηρότητα αὐτοὺς ποὺ ὑποπίπτουν σὲ μερικὰ μικρὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα καὶ φανερώνουν.


Αὐτὸν ποὺ σοῦ κατακρίνει τὸν πλησίον, ποτὲ μὴ τὸν σεβασθῆς, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ τοῦ εἰπῆς:

«Σταμάτησε, ἀδελφέ. Ἐγὼ καθημερινῶς σφάλλω σὲ χειρότερα, καὶ πῶς μπορῶ νὰ κατακρίνω τὸν
ἄλλον»; Ἔτσι θὰ ἔχης δυὸ ὀφέλη, μὲ ἕνα φάρμακο θὰ θεραπεύσης καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τὸν πλησίον.

ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

Καθημερινά συνεχίζονται οι επιθέσεις διαφόρων ευκατάστατων “επωνύμων” της πολιτικής, της “δημοσιογραφίας” και του “τραγουδιού” κατά της Εκκλησίας, του Χριστού και των Επισκόπων, ιερέων κλπ. Αυτή η Ελλάδα, χωρίς Χριστό και Ορθόδοξη Εκκλησία ( άσχετα με πρόσωπα ή καταστάσεις εκκλησιαστικές ) ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΕΛΛΟΝ και, σύντομα, θα βουλιάξει μέσα στο ΒΟΘΡΟ της αθείας, του υλισμού, του νεοπαγανισμού και των παραθρησκευτικών αιρέσεων. Εμείς, ως οφείλουμε, παραθέτουμε μια διδακτική ιστορία από την Ορθόδοξη Ιεραποστολή της Κένυας, αφήνοντας τους ΝΕΟΕΠΟΧΙΤΕΣ να σκούζουν και να παραληρούν, μιλώντας διεστραμμένα και ρατσιστικά κατά εκκλησιαστικών προσώπων. Τα κόμπλεξ τους, τα αντιεκκλησιαστικά και αντιχριστιανικά συμπλέγματά τους, η φασιστική συμπεριφορά τους δεν θα μείνουν απαρατήρητα από τον ελληνικό λαό, που γνωρίζει ποιοι κινούν τα νήματα πίσω από την οικονομική, πολιτική και ηθική κατάρρευση της χώρας… Στον παραπλανημένο ελληνικό λαό ( και κυρίως στους νέους ανθρώπους ) από τα αντιεκκλησιαστικά κηρύγματα “στρατευμένων” ( και χρηματοδοτούμενων ; ) από παραθρησκευτικές ομάδες, φανερές ή μυστικές , αφιερώνουμε το παρακάτω βίντεο- απόσπασμα του JFK . Σε αυτές, ας αναζητήσει την ευθύνη της ανεργίας του, της φτώχειας και ανέχειας και όλων των δεινών που μας πλήττουν σήμερα.

Ο JFK καταγγέλλει τις Μυστικές Εταιρείες


Σ’ αυτή την ιστορική ομιλία του, ο John Fitzgerald “Jack” Kennedy, 35ος πρόεδρος των ΗΠΑ, καταγγέλλει την δράση των μυστικών εταιρειών (τύπου Bilderberg, Trilateral, Bohemian Grove) και καλεί τους πολίτες να συμμετέχουν στα κοινά -επικαλούμενος τον αρχαίο Έλληνα νομοθέτη Σόλωνα- ώστε να μην αποφασίζουν άλλοι για λογαριασμό του. Ο JFK δολοφονήθηκε σαν σήμερα στο Ντάλας του Τέξας σε ηλικία 46 ετών.

http://adiavroxoi.blogspot.com/2010/11/secret-societies-assassinated-jfk.html

Από το υπό έκδοσιν βιβλίον του Σεβ/του Μητροπολίτου ΚΕΝΥΑΣ κ. ΜΑΚΑΡΙΟΥ «Μαρτυρίες ζωής» τόμος Β’ παραθέτουμε κατωτέρω ένα απόσπασμα.

Τα βράδια, συνήθως, μας έχει πια γίνει συνήθεια να κάνουμε έναν απολογισμό, μια ανακεφαλαίωση των δραστηριοτήτων της μέρας που πέρασε. Δηλαδή, για να εξηγηθούμε, δεν γίνεται οποιαδήποτε γραπτή αναφορά, αλλά μια επαναφορά της μνήμης, χωρίς καμιά επισημότητα. Απλά, η σκέψη και η προσευχή συμμετέχουν σ’ αυτό το έργο.

Έτσι, καθισμένος κάποτε μόνος μου ή, τις πιο πολλές φορές, με τους ιεροσπουδαστές της Πατριαρχικής Σχολής, συνομιλούμε και συμπληρώνουμε τη μέρα μας, με μια ευχαριστήρια προσευχή για τον «επιπλέον χρόνον», την «επιπλέον» μέρα, που μας χάρισε ο Θεός μας, για να επιτελέσουμε τα έργα του. Τον ευχαριστούμε και «υπέρ απασών των φανερών και αφανών ευεργεσιών» που μας χάρισε και μας χαρίζει.

Ένα βράδυ λοιπόν κι ενώ σκεφτόμουν «τι δ’ έπραξα, τι παρέβην, τι δεν μοι δέον ουκ ετελέσθη», μου κτύπησε η πόρτα. Απάντησα στο χτύπημα θετικά. Η θύρα δεν ήταν κλειδωμένη, με κλειδί, αλλά ήταν κλειστή τόσο, όσο να μην μπορούν να μπουν μέσα ανεπιθύμητα ζωύφια, αλλά και επικίνδυνες φαρμακερές οχιές, μαυριδερά, χοντρά φίδια ή βάτραχοι.

Με το «ναι», που απάντησα, μπήκε μέσα ένας νέος ψηλός και λεπτός, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο στο νεανικό πρόσωπό του. Κι, όπως γίνεται πάντα, με χαιρέτησε με ευγένεια και σεβασμό. Τον καλησπέρισα και του έκανα νόημα να καθήσει. Τον πρόσεξα να κάθεται άνετα, αλλά με κάποια αβεβαιότητα. Πρώτη φορά, ερχόταν να με συναντήσει. Του ανταπόδωσα το χαμόγελο και, με τρόπο, τον καθησύχασα. Τον πρόσεξα πως πήρε θάρρος, πως αναπαύθηκε. Ποιός όμως ήταν ο λόγος της επίσκεψής του; Ποιό να ήταν το πρόβλημά του;

«Ποιό είναι το πρόβλημά μας;», έσπευσα και τον ρώτησα. Με χαμηλή φωνή και με κάποια επιφύλαξη μου εξομολογήθηκε: «Είμαι τρεις μέρες νηστικός».

Ένοιωσα ένοχος. Αν είναι δυνατόν καποιος νέος σήμερα και μάλιστα ανάμεσά μας, τόσο κοντά μας, από πείνα να βρίσκεται σ’ αυτή την κατάσταση. «Θεέ μου! τι να κάνω; Πόσες περιπτώσεις, πόσοι άνθρωποι, πόσος πόνος, πόση ευθύνη;»έκανα τις σκέψεις.

«Τι θα πούμε αύριο όλοι στον Κύριό μας», αναλογίστηκα.

Δεν χρειαζόταν δεύτερη σκέψη. Δεν μπορούσα να μη συγκινηθώ, ως άνθρωπος, και, προπαντός, ως ποιμένας, να μην αισθανθώ ενοχή γι’ αυτό τον νέο. Ομολογώ πως η περίπτωσή του, αλλά και η σεμνότητά του, πραγματικά, με προβλημάτισαν. Με προβλημάτισαν αλλά και με έλεγξαν εσωτερικά. Μου έδωσε ένα γερό μάθημα.

Τον άκουσα με πολλή προσοχή. Έβλεπα ότι δυκολευόταν και, από τα νεανικά μάτια του, όταν μιλούσε, ενώ καθόταν, ανάβλυζε κι ύστερα κατρακυλούσε προς το μάγουλό του ένα δάκρυ.

«Ακόμα μια εικόνα του Θεού, μέσα στις πολλές, πονεμένη και περιφρονημένη», έκαμα τη σκέψη.

Αναλογίστηκα τις ώρες, τις μέρες και τις νύχτες που κοιμόταν νηστικός!

( http://www.ierapostoli.gr/2010/neos_foititis.php )

Μπορείτε να στείλετε την αγάπη σας στην Ορθόδοξη Ιεραποστολή της Κένυας, μέσω του ΠΧΟ Ορθοδόξου Ιεραποστολής.

Πανελλήνιος Χριστιανικός όμιλος Ορθοδόξου Ιεραποστολής

(παραρτήματα σε Αθήνα, Λειβαδιά, Θήβα, Ιτέα, Χρισσό , Καρδίτσας, Φαρσάλων ) :

Λογαριασμοί :

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με αριθμό: 143/540.033-38

ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ με αριθμό: 86347601.

( http://www.ierapostoli.gr/parartimata.htm )


hthttp://ierapostoli.wordpress.com/2010/11/29/kenya_peina/

tp://ierapostoli.wordpress.com/2010/11/29/kenya_peina/

Η αποφυγή της απογνωσης

Η αποφυγή της απογνώσεως
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου 
Επιμέλεια και ερμηνεία κειμένου,
 
Γεωργία Κουνάβη, Θεολόγος, επιμελήτρια της Ελληνικής Πατρολογίας

      Το κείμενο πού ακολουθεί είναι τόσο γλαφυρό, τόσο αισιόδοξο, τόσο πατρικό. Γραμμένο από τον άγιο Πατέρα με περισσή αγάπη και πόνο, με λαχτάρα και φροντίδα για κάθε άνθρωπο πού αμαρτάνει και επαναλαμβάνει τα αμαρτήματα του από αδυναμία. Είναι πολύ ενισχυτικό και μπορεί να παρηγορήσει ακόμη και το μεγαλύτερο αμαρτωλό και να τον ενθαρρύνει να μετανοεί συνεχώς. Άλλωστε αφού αδιάκοπα αμαρτάνουμε όλοι μας, συνεχώς πρέπει και να μετανοούμε μέσα από τα έγκατα της καρδιάς μας.
Παραθέτουμε επίσης στη συνέχεια μία μικρή περικοπή από λόγο τουΘεοδωρήτου, Επισκόπου Κύπρου, στον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Η περικοπή διασώζεται στη Μυριόβιβλο του Μεγάλου Φωτίου.
 
Οι λόγοι της περικοπής εκφράζουν και παρουσιάζουν έντονα τον πλούτο της αληθινής αγάπης του μεγάλου πατέρα προς το ποίμνιό του. Ιδιαίτερα δε εκφράζουν την αγάπη του και την άοκνη φροντίδα του για τους πονεμένους, τους φτωχούς, τους άστεγους.
Κατά τον ιστορικό Παλλάδιο, η καθημερινή φροντίδα του ιερού Χρυσοστόμου ήταν, «η των χηρών κηδεμονία, η των παρθένων παραμυθία, η των αρρωστούντων νοσοκομία, η των πλανωμένων επιστροφή, η των συντετριμμένων φροντίς, η των εν φυλακαίς επίσκεψις».

Αποφυγή της απογνώσεως
      «Αν έχεις αμαρτίες, να μην απελπιστείς, αυτά δεν παύω να σας τα λέω συνεχώς, και αν κάθε μέρα αμαρτάνεις, να μετανοείς καθημερινά. Γιατί η μετάνοια είναι το φάρμακο κατά των αμαρτημάτων είναι η προς τον Θεόν παρρησία, είναι όπλο κατά του διαβόλου, είναι η μάχαιρα πού του κόβει το κεφάλι, είναι η ελπίδα της σωτηρίας, είναι η αναίρεση της απογνώσεως. Η μετάνοια μάς ανοίγει τον ουρανό και μάς εισάγει στον Παράδεισο. Γι' αυτό (σου λέω), είσαι αμαρτωλός; μην απελπίζεσαι. Ίσως βέβαια αναλογιστείς. Μα τόσα έχω ακούσει στην Εκκλησία και δεν τα ετήρησα. Πώς να εισέλθω και πάλι και πώς και πάλι να ακούσω; Μα γι' αυτό ακριβώς πρέπει να εισέλθεις επειδή, όσα άκουσες δεν τα ετήρησες. Να τα ξανακούσεις, λοιπόν, και να τα τηρήσεις. Εάν ο ιατρός σου βάλει φάρμακο στην πληγή σου και παρά ταύτα δεν καθαρίσει, την επομένη ημέρα δεν θα σου ξαναβάλει πάλι; Μη ντρέπεσαι, λοιπόν, να ξαναέλθεις στην Εκκλησία. Να ντρέπεσαι όταν πράττεις την αμαρτία. Η αμαρτία είναι το τραύμα και η μετάνοια το φάρμακο. Αν, λοιπόν, έχεις παλιώσει σήμερα από την αμαρτία, να ανακαινίσεις τον εαυτό σου με τη μετάνοια. Και είναι δυνατό, μπορεί να πει κανείς να σωθώ, αφού μετανοήσω; Και βέβαια είναι. Μα, όλη τη ζωή μου την πέρασα μέσα στις αμαρτίες, και εάν μετανοήσω θα βρω τη σωτηρία; Και βέβαια. Από που γίνεται αυτό φανερό; Από τη φιλανθρωπία του Κυρίου σου... Γιατί η φιλανθρωπία του Θεού δεν έχει μέτρο. Και ούτε μπορεί να ερμηνευτεί με λόγια η πατρική Του αγαθότητα. Σκέψου μια σπίθα πού έπεσε μέσα στη θάλασσα, μήπως μπορεί να σταθεί εκεί ή να φανεί; Όση σχέση έχει, λοιπόν, μια σπίθα με το πέλαγος, τόση σχέση έχει η αμαρτία σου σε σύγκριση με τη φιλανθρωπία του Θεού. Και καλύτερα, θα έλεγα, όχι τόση, άλλα πιο πολλή. Γιατί το πέλαγος, ακόμη και αν είναι απέραντο, έχει όριο, μέτρο και σύνορα. Η φιλανθρωπία όμως του Θεού είναι απεριόριστη. Γι' αυτό σου επαναλαμβάνω. Είσαι αμαρτωλός; Μην απελπίζεσαι» (περικοπή από την 8η ομιλία για τη μετάνοια.




Το μεγαλείο της αγάπης του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου 
 «Άλλος, λοιπόν, τον πατέρα, τον τραβά αρπάζοντας τον ως βοηθό. Άλλος, πού δικάζεται, τον προσκαλεί για συνήγορο. Άλλος, πού πεινά, τον παρακαλεί για τροφή, ο γυμνός τον παρακαλεί για ένδυμα. Άλλος, παρακαλώντας, του παίρνει ακόμη και τα ρούχα πού φορεί. Άλλος, πού πενθεί, τον έχει ανάγκη για παρηγοριά. Κάποιος άλλος τον τραβά να επισκεφθεί ασθενείς, ξένος του ζητεί καταφύγιο. Άλλος, πλησιάζοντας τον, κλαίει για κάποιο χρέος. Άλλος τον προσκαλεί για επόπτη και συμφιλιωτή μέσα στο σπίτι του, επειδή υπάρχουν διχόνοιες. Η χήρα φωνάζει δυνατά το «ελέησον» στον πατέρα. Άλλη θρηνεί για την ορφάνια. Ο δούλος καταφεύγει στην αγάπη του, όταν κλαίει από τη σκληρότητα του κυρίου του. Ο πατέρας έχει κάθε ημέρα αναρίθμητες φροντίδες για τα προβλήματα του καθενός. Συλλαμβάνεται κάποιος βίαια; τότε ο πατέρας γίνεται συνήγορος. Πείνα μεγάλη βασανίζει τους ανθρώπους; αμέσως τότε ο συνήγορος γίνεται τροφοδότης. Είναι κάποιος άρρωστος; τότε ο τροφοδότης γίνεται γιατρός. Έχει πέσει κάποιος σε πένθος; τότε ο γιατρός βρίσκει τον παρηγορητικό λόγο, για να καταπραΰνει τη θλίψη. Έφτασε η ώρα της φροντίδας για τους ξένους; τότε και ξενοδόχος γίνεται ο πατέρας, πού έχει γίνει τα πάντα, για όλους»

Έλεγε ο γέρων Παίσιος. Η γυναίκα όταν είναι έγκυος πρέπει να είναι ήρεμη, να διαβάζει το Ευαγγέλιο, να προσεύχεται, να λέει την ευχή. Έτσι αγιάζεται και το παιδί. Από τώρα αρχίζει η ανατροφή του παιδιού. Να προσέχεις να μην στεναχωρείς την έγκυο για κανένα λόγο.

*****************

Είπε πάλι. Καλό είναι η οικογένεια να έχει τον ίδιο πνευματικό. Ο άντρας, η γυναίκα, τα παιδιά, αυτό βοηθά πολύ.

*****************

Ένας πιστός τον ρώτησε. Γέροντα, σήμερα πήραν βαθμούς τα παιδιά και είναι στεναχωρημένα. Κοίτα να δεις, σήμερα οι μεγάλοι θέλουν να παίρνουν πολλά λεφτά με λίγη δουλειά, και οι μικροί να παίρνουν μεγάλους βαθμούς, χωρίς διάβασμα. Και αν είναι δυνατόν να μην φεύγουν από την καφετέρια ή την ξυλοτέξ – πως το λένε – να παίρνουν ένα τηλέφωνο να ρωτούν τι βαθμούς τους έβαλαν. (γέλια).

*****************

Ρώτησε κάποιος τον γέροντα Παϊσιο. Γέροντα σήμερα πολλοί νέοι άνθρωποι δεν θέλουν να κάνουν παιδιά γιατί σκέφτονται σε τι είδος κόσμο θα φέρουν το παιδί τους. Μόλυνση από τα χημικά, από τα πυρηνικά, ζωή γεμάτη άγχος, άγρια κοινωνία, πόλεμοι, πεινά, σκοτωμοί, βιασμοί, αρπαγές, απαγωγές…

Αν είμαστε κιόλας στον καιρό του Αντίχριστου σκέφτομαι και εγώ μήπως δεν αξίζει κανείς να παντρεύεται και να κάνει παιδία. Όχι, Θανάση δεν είναι έτσι!…….. Οι χριστιανοί στο καιρό των διωγμών δεν παντρεύονταν; Και παντρεύονταν και παιδιά έκαναν!! Είχαν την ελπίδα τους στηριγμένη στο Χριστό …όχι στους ανθρώπους.

Είναι ολιγοπιστία αυτός ο λογισμός. Ο Θεός σε μια στιγμή μπορεί να τα διορθώσει όλα. Να σβήσει όλα τα στραβά. Κάνουν οι άνθρωποι σχέδια …έχει και Θεός τα δικά Του. Να ήξερες πόσες φορές τύλιξε ο διάβολος τη γη με την ουρά του για να την καταστρέψει … Δεν τον άφησε ο Θεός …του χαλάει τα σχέδια. Και το κακό που πάει να κάνει ο διάβολος, ο Θεός το αξιοποιεί και βγάζει μεγάλο καλό. Μην ανησυχείς!

*****************

Ρώτησε κάποιος. Γέροντα είναι μερικά ζευγάρια που ενώ θέλουν, δεν μπορούν να κάνουν παιδιά. Γιατί συμβαίνει αυτό; Για να βολεύεται και κανένα ορφανό …τους έδωσε και ο Θεός ένα δικό τους μετά!

*****************

Είπε πάλι. Σήμερα τον ζαλίζουν τον άνθρωπο. Τα χτυπάνε τα καημένα τα παιδιά από δω και από κει με διάφορες θεωρίες, τα πιάνει μετά φόβος, άγχος και ξεσπάνε στα ναρκωτικά και την διασκέδαση. Αλλά αυτή η κοσμική διασκέδαση προσθέτει άγχος. Βλέπεται από αυτή την ζωή κανείς γεύεται σε κάποιο βαθμό την κόλαση ή τον παράδεισο αν ζει σύμφωνα με το θέλημα του θεού με την Εκκλησία.

*****************

Oι γονείς να προσέχουν στο σπίτι τι βιβλία, έχουν γιατί μπορεί να πέσουν στα χέρια των παιδιών και να πάθουν ζημιά. Στο σπίτι να έχεις μόνο χριστιανικά βιβλία.

*****************

Είπε πάλι. Όταν το παιδί από μικρό γεμίσει με Χριστό πηγαίνει στην εκκλησία με τους γονείς, κοινωνεί, ψάλλει, προσεύχεται, αργότερα όταν μεγαλώσει και φύγει μακριά από τους γονείς και βρεθεί ακόμη και σε άσχημο περιβάλλον δεν έχει ανάγκη. Είναι σαν το ξύλο που όταν έχει ποτιστεί καλά με λινέλαιο μετα δεν έχει ανάγκη από την βροχή, επειδή είναι ποτισμένο με το λαδί, δεν δέχεται τα νερά, τα πετάει έξω.

*****************

Έλεγε πάλι. Στα παιδία πρέπει να προσέχουμε πολύ τι τους λέμε. Γιατί έχουν μια απλότητα και τα πιστεύουν. Είναι και πολλά που έχουν μεγάλο φιλότιμο και παίρνουν τα λόγια των γονιών τους κατά γράμμα.

*****************

Ρώτησαν τον γέροντα. Σε αυτά τα παιδία που έχουν μπλέξει με την γιόγκα και με την μαγεία, πρέπει να τους το λέει κανείς ξεκάθαρα, από την αρχή ότι είναι διαβολικά αυτά η να τους το λέει σιγά – σιγά΄; Και ο γέρων απάντησε. Να τους το λέει κανείς, αλλά με καλοσύνη.

πατηρ Παϊσιος



1 «Τέκνον, ει προσέρχη δουλεύειν Κυρίω θεώ, ετοίμασον την ψνχήν σου εις πειρασμόν» (Σ. Σειράχ 2, 1). Παιδί μου, εάν προσέρχεσαι να υπηρέτησεις τον Κύριο, ετοίμασε τον εαυτό σου για διάφορες δοκιμασίες.
2 «Εμβλέψατε εις αρχαίας γενεάς και ίδετε τις ενεπίστευσε Κυρίω και κατησχύνθη, ή τις ενέμεινε τω φόβω αυτού και εγκαταλείφθη; ή τις επεκαλέσατο αυτόν, και υπερείδεν αυτόν;» (Σοφ. Σειράχ 2, 10).Παρατηρείστε στις αρχαίες γενεές των ανθρώπων και δέστε ποιος από εκείνους που εμπιστεύθηκαν τον εαυτόν τους στον Κύριο ντροπιάστηκε; ή ποιος έμεινε σταθερός στον σεβασμό προς Αυτόν και εγκαταλείφθηκε από Εκείνον; ή ποιος παρακάλεσε τον Κύριο και ο Κύριος του έδειξε αδιαφορία και εγκατάλειψη;

3 «Πειρατήριόν εστίν ο βίος ανθρώπου επί της γης», λέει η Αγία Γραφή (Ιώβ 7, 1). Η ζωή μας επάνω στην γη είναι στάδιο αγώνων.
4 «Αγαθόν μοι, ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλ. 118, 71). Ήταν ευεργετικό, σωτήριο για μένα το ότι με εταπείνωσες με τις θλίψεις, για να μάθω τις εντολές Σου.
5 «Εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα και εισήκουσέ μου» (Ψαλμ. 113, 1).Όταν βρισκόμουν μέσα στις θλίψεις, εκραύγασα δυνατά και ο Κύριος με άκουσε.
6 «Μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. 5, 4). Μακάριοι είναι όσοι πενθούν (για τις αμαρτίες τους και για το κακό που επικρατεί στον κόσμο) διότι αυτοί θα παρηγορηθούν από τον θεό.
7 «Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν» (Ματθ. 7, 14). Είναι στενή η πύλη και δυσκολοπερπάτητος ο δρόμος που οδηγεί στην αιώνια ζωή.
8 «Ο γαρ ζυγός μου χρηστός και το φορτίον μου ελαφρόν εστί» (Ματθ. 11, 30),μας εβεβαίωσε ο κύριος που σημαίνει: ο δικός μου ζυγός είναι καλός, χρήσιμος, και το φορτίο που σας αναθέτω είναι ελαφρό.
9 «Και ιδού εγώ μεθ' ημών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντέλειας του αιώνος. Αμήν» (Ματθ. 28, 20). Και να, εγώ θα είμαι μαζί σας όλες τις ημέρες, μέχρις ότου λάβει τέλος ο αιώνας αυτός αμήν. Δηλαδή πάντοτε. Άλλωστε ο Κύριος είναι ο Εμμανουήλ, που σημαίνει ο θεός είναι μαζί μας.
10 «Εν τω κόσμω θλίψιν έξετε αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον» (Ιωάν. 16, 33). Στον κόσμο αυτό θα έχετε θλίψη, αλλά έχετε θάρρος, Εγώ (δηλαδή ο Κύριος και ο θεός) έχω νικήσει τον κόσμο.
11 «Δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του θεού» (Πράξ. 14, 22). Δια μέσου πολλών θλίψεων θα μπούμε στην Βασιλεία των ουρανών.
12 «Καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν, ειδότες δη η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα» (Ρωμ. 5, 3-4). Καυχώμεθα και για τις θλίψεις, επειδή γνωρίζουμε καλά, ότι η θλίψη σιγά - σιγά εργάζεται το αγαθό της υπομονής, η δε υπομονή δοκιμασία, και η δοκιμασμένη αρετή, φέρνει την σταθερή ελπίδα στον θεό.
13 «Λογίζομαι γαρ ότι ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρόν προς την μέλλουσαν δάξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. 8, 18). Διότι φρονώ, ότι τα όσα υποφέρουμε κατά το διάστημα της πρόσκαιρης ζωής δεν είναι άξία να συγκριθούν προς την δόξα, που μέλλει να αποκαλυφθεί και δοθεί σε εμάς.
14 «Οίδαμε δε ότι τοις αγαπώσι τον θεόν πάντα συνεργεί εις αγαθόν» (Ρωμ. 8, 28). Γνωρίζουμε ότι σε εκείνους που αγαπούν τον θεό όλα συνεργούν για το καλό τους.
15 «Τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες» (Ρωμ. 12, 12). Έχοντες την ελπίδα σας στον θεό, να χαίρετε στην θλίψη να δείχνετε υπομονή, καρτερία να επιμένετε με ζήλο στην προσευχή.
16 «Πιστός ο θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε, αλλά ποιήσει συν τω πειρασμοί και την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν» (Α' Κορινθ. 10, 13). Είναι αξιόπιστος ο θεός, ο Οποίος δεν θα σας αφήσει να πειρασθείτε περισσότερο από την δύναμή σας, αλλά μαζί με τον πειρασμό θα δώσει και διέξοδο, ώστε να βγείτε από τον πειρασμό και θα σας δώσει την δύναμη να τον υπομείνετε.
17 «Υμίν εχαρίσθη το υπέρ Χριστού, ου μόνον το εις αυτόν πιστεύειν, αλλά και το υπέρ αυτού πάσχειν» (Φιλ. 1, 29). Σε σας δόθηκε το χάρισμα όχι μόνο να πιστεύετε στον Χριστό, αλλά και να υποφέρετε γι' αυτόν.
18 «Πάντοτε χαίρετε, αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε τούτο γαρ θέλημα θεού εν Χριστώ Ιησού εις υμάς» (Α' θεσσ. 5, 16-18). Πάντοτε και σε όλες τις καταστάσεις της ζωής σας να χαίρετε. Συνέχεια και αδιάλειπτα να προσεύχεσθε στον θεό. Δια κάθε τι, είτε ευχάριστο είτε δυσάρεστο, να ευχαριστείτε τον θεό, διότι αυτό είναι το θέλημα του θεού, όπως το φανέρωσε ο Ιησούς Χριστός σε σας δια μέσου του κηρύγματός μας.
19 «Ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. 12, 6). Διότι εκείνον που αγαπά ο Κύριος, τον παιδαγωγεί δια μέσου των θλίψεων μαστιγώνει δε με δοκιμασίες κάθε υιό, που δέχεται κοντά του ως δικόν του.
20 «Πάσαν χαράν ηγήσασθε, αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ότι το δοκίμων υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν...» (Ιακ. 1, 2-3). Κάθε χαρά να αισθάνεσθε, αδελφοί μου, όταν πέσετε μέσα σε διάφορους πειρασμούς δοκιμασιών και θλίψεων, γνωρίζοντας ότι η δοκιμασία της πίστεως σας, που υπομένετε για τον Χριστό, επεξεργάζεται μέσα σας το αγαθό της υπομονής.


60166_1418222650888_1092292114_31027298_3375668_n.jpg

Η υπερηφάνεια είναι η μεγαλύτερη πνευματική αρρώστια. Σαν την βδέλλα που, αν κολλήσει επάνω σου, σου ρουφάει το αίμα, έτσι και η υπερηφάνεια ρουφάει όλο το εσωτερικό του ανθρώπου. Φέρνει και πνευματική ασφυξία, γιατί καταναλώνει όλο το πνευματικό οξυγόνο της ψυχής.

Κοίταξε να πετάξεις τον εαυτό σου, γιατί αν δεν πετάξεις τον εαυτό σου, θα σε πετάξει ο εαυτός σου. Αν πετάξεις τον εαυτό σου, μετά θα πετάς. Τι τον κρατάς τον εαυτό σου για τον εαυτό σου; Το κομμάτι της αγάπης που κρατάς για τον εαυτό σου, το αφαιρείς από την ολοκληρωτική αγάπη που πρέπει να έχεις για τους άλλους.

Αν γνωρίσεις τον εαυτό σου, θα δεις ότι δεν έχεις τίποτα δικό σου και τίποτε δεν μπορείς να κάνεις χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Αν λοιπόν καταλάβεις πως ότι καλό κάνεις είναι από τον Θεό και όσες χαζομάρες κάνεις είναι δικές σου, τότε θα πάψεις να έχεις εμπιστοσύνη στον εαυτό σου και θα απαλλαγείς από την αυτοπεποίθηση.

Λίγο αν μας εγκαταλείψει η Χάρις του Θεού, τίποτε δεν θα μπορούσαμε να κάνουμε. Είναι απλά τα πράγματα. Έχει, ας υποθέσουμε, κάποιος μερικές ικανότητες και υπερηφανεύεται γι' αυτές. Πρέπει να σκεφθεί: Που τις βρήκε; Του τις έδωσε ο Θεός. Αυτός τι έκανε; Τίποτε. Δίνει λ.χ. ο Θεός σε κάποιον λίγο παραπάνω μυαλό και μπορεί να έχει μια μεγάλη επιχείρηση και να ζει άνετα. Να υπερηφανευτεί ότι τα καταφέρνει; Λίγο να τον εγκαταλείψει ο Θεός, μπορεί να χρεοκοπήσει και να πάει φυλακή.

Όταν κάποιος κάνει κάτι ταπεινά και με αγάπη και δεν βρει αναγνώριση, μπορεί να του έρθει και ένα παράπονο. Αυτό είναι ανθρώπινο -όχι φυσικά ότι και αυτό είναι σωστό, αλλά τότε έχει κανείς κάποια ελαφρυντικά. Όταν όμως απαιτεί την αναγνώριση, αυτό είναι βαρύ έχει μέσα εγωισμό και ανθρωπαρέσκεια.

59189_1274041829970_1797672678_568638_6411704_n.jpg

Όσο μπορείς, να κινείσαι ταπεινά. Ότι κάνεις να το κάνεις με φιλότιμο, για τον Χριστό και όχι από κενοδοξία για να ακούσεις το «μπράβο» από τους ανθρώπους. Όταν ο άνθρωπος δε δέχεται τα «μπράβο» από τους ανθρώπους και εργάζεται μόνο για τον Θεό, τότε ανταμείβεται από τον Θεό και σ' αυτήν τη ζωή με την άφθονη Χάρη Του και στην άλλη με τα αγαθά του Παραδείσου.

Σε κάθε σου ενέργεια, ακόμη και στην παραμικρή σου κίνηση, κέντρο να είναι ο Θεός. Στρέψε όλο τον εαυτό σου προς τον Θεό. Αν αγαπήσεις τον Θεό, ο νους σου θα είναι συνέχεια στο πως να ευχαριστήσεις τον Θεό, και όχι στο πως να αρέσεις στους ανθρώπους.

Δυστυχώς, πολλές φορές οι πνευματικοί άνθρωποι θέλουν την αρετή, αλλά θέλουν και κάτι που να τρέφει την υπερηφάνεια τους, δηλαδή αναγνώριση, πρωτεία κ.τ.λ., κι έτσι μένουν με ένα κενό στην ψυχή τους, το κενό της κενοδοξίας δεν υπάρχει το πλήρωμα, το φτερούγισμα της καρδιάς. Και όσο μεγαλώνει η κενοδοξία τους, τόσο μεγαλώνει και το κενό μέσα τους και τόσο περισσότερο υποφέρουν.

Μόνο με τα αντίθετα των κοσμικών επιδιώξεων θα μπορέσεις να κινηθείς στον πνευματικό χώρο. Στοργή θέλεις; Να χαίρεσαι, όταν δε σου δίνουν σημασία. Ζητάς θρόνο; Κάθισε τον εαυτό σου στο σκαμνί. Ζητάς επαίνους; Αγάπησε την περιφρόνηση, για να νιώσεις την αγάπη του Περιφρονημένου Ιησού. Ζητάς δόξα; Ζήτα την αδοξία, για να νιώσεις την δόξα του Θεού. Και όταν νιώσεις την δόξα του Θεού, θα νιώθεις τον εαυτό σου ευτυχισμένο και θα έχεις μέσα σου την μεγαλύτερη χαρά απ' όλες τις χαρές του κόσμου.



αγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


http://1myblog.pblogs.gr/2010/11/se-kathe-soy-energeia-akomh-kai-sthn-paramikrh-soy-kinhsh-kentro.html

(ΕΝ ΛΙΜΩ ΚΑΙ ΛΥΧΜΩ)
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΕΡΓΑ 7 – ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ»



«Όταν ο λέων βρυχηθή, ποίος δεν θα φοβηθή; Όταν Κύριος ο Θεός ομιλή, ποίος δεν θα προφητεύση;» . Ας αρχίσωμεν τον λόγον μας με τα προφητικά λόγια και ας πάρωμεν συνεργόν εις την ανάγκην των προκειμένων, δηλαδή τώρα που εκθέτομεν και την σκέψιν και την γνώμην δια αυτά που είναι συμφέροντα, τον θεοφόρον Αμώς, ο οποίος εθεράπευσε συμφοράς, όμοιας με τα κακά που υπερβολικά ενοχλούν ημάς. Διότι και ο προφήτης αυτός, κατά την διαδρομήν των παλαιο τέρων χρόνων, όταν ο λαός είχεν εγκαταλείψει την πατρικήν ευσέβειαν και είχε καταπατήσει την ακρίβειαν των νόμων και είχε ξεγλυστρίσει εις την λατρείαν των ειδώλων, εκήρυξε την μετάνοιαν, με το να συμβουλεύη την επιστροφήν και με το να εξαγγέλλη την απειλήν των τιμωριών.

Εγώ δε μακάρι να επω φεληθώ μέχρι ενός σημείου από τον ζήλον της παλαιάς ιστορίας, όχι όμως και το να ιδώ επί πλέον να ακόλουθη η έκβασις των τότε γεγονότων. Αφού δηλαδή ο λαός απείθησε και ωσάν άγριον και δυσυπότακτον πουλάρι εδάγκασε τα χαλινάρια, δεν ωδηγήθη προς το συμφέρον αλλά αφού εξέφυγεν από τον ίσιον δρόμον, έτρεξε τόσον πολύ άτακτα και εξηγριώθη εναν τίον του καβαλλάρη μέχρι του σημείου να πέση εις τα βάραθρα και τους κρημνούς και να υποστή πανωλεθρίαν, αξίαν προς την ανυπακοήν του. Αυτό μακάρι να μη συμβή τώρα εις ημάς, παιδιά μου, «που σας εγέννησα δια του Ευαγγελίου» και σας εσπαργάνωσα δια της ευλογίας των χεριών μου. Αλλ’ ας υπάρχη αγαθή ακοή, ψυχή πρόθυμος, που να δέχεται απα λά τας συμβουλάς, να υποχωρή εις τον ομιλητήν, όπως το κηρί εις τον σφραγιστήν, δια να λάβω και εγώ με μίαν τέτοιαν επιμέλειαν, γλυκύν καρπόν από τους κόπους και εσείς να επαινέ σετε την συμβουλήν που γίνεται, όταν θα έχωμεν απαλλαγή από τας συμφοράς. Ποίον λοιπόν είναι αυτό που επισημαίνει μεν ο λόγος, αλλά κρατεί
ακόμη εις αβεβαιότητα τας ψυχάς, με την ελπίδα να το ακούσουν, διότι βραδύνει να ανακοίνωση το αναμενόμενον;

2. Βλέπομεν, αδελφοί, τον ουρανόν ερμητικά κλειστόν, γυμνόν και ανέφελον, να κάμνη μισητήν αυτήν την αιθρία και να προκαλή λύπην με την καθαρότητα, την οποίαν πάρα πολύ επεθυμούσαμεν προηγουμένως, όταν κάποτε, αφού εσκεπάσθη δια πολύν καιρόν με τα σύννεφα, μας έκαμε σκοτεινούς και ανηλίους. Και η γη αφού κατηξηράνθη εις το έπακρον εί ναι δυσάρεστος εις το να την ιδή κανείς· είναι στείρα δε και άγο νος δια την γεωργίαν έχει κομματιασθή εις σχίσματα και δέχεται κατάβαθα την ακτίνα να την φωτίζη. Και αι πλούσιαι και α στείρευτοι πηγαί μας έλειψαν και τα νερά των μεγάλων ποτα μών εστείρευσαν, μικρότατα δε παιδιά τα διαβαίνουν πεζή και αι γυναίκες τα περνούν φορτωμένοι. Πολλούς από ημάς, μας έλειψεν ακόμη και το πόσιμον νερόν και κινδυνεύομεν δια τούτο να πεθάνωμεν. Ως νέοι Ισραηλίται, που αναζητούν νέον Μωυσήν και θαυματουργικόν ραβδί, δια να ικανοποιή σουν, αφού και πάλιν κτυπηθούν αι πέτραι, την ανάγκην του λαού που διψά˙ σύννεφα δε παράδοξα να καταβρέξουν εις τους ανθρώπους τροφήν ασυνήθη, όπως το μάννα. Ας προσέξωμεν να μη γίνωμεν εις τους μεταγενεστέρους θλιβερόν διή γημα πείνης και τιμωρίας.

Αντίκρυσα τα χωράφια και έκλαψα πολύ δια την ακαρπίαν των, και εσκόρπισα τον θρήνον, επειδή εις ημάς δεν έπεσε βροχή. Άλλα μεν από τα σπέρματα έχουν ξηρανθή προτού φυτρώσουν, διότι παρέμειναν μέσα εις τους σβώλους, όπως τα εσκέπασε το αλέτρι. Αλλά, δε μόλις εφύτρωσαν ολίγον και εβλάστησαν, τα κατεμάρανεν αξιολύπητα ο καύσων, έτσι ώστε τώρα ευκαίρως να αντιστρέψη κανείς τον ευαγγελικόν λόγον και να ειπή· οι μεν εργάται πολλοί, ο δε θερισμός ού τε ολίγος. Και οι γεωργοί, καθήμενοι εις τα χωράφια και πιάνοντες τα γόνατά τους με τα χέρια των (διότι αυτός εί ναι ο τρόπος αυτών που πενθούν), κλαίουν δια τους χαμέ νους κόπους των. Αντικρύζουν τα μικρά παιδιά και οδύρον ται, ατενίζουν τας γυναίκας και θρηνούν, χαϊδεύουν και ψηλα φίζουν τα ξηρά χορτάρια των γεννημάτων και κραυγάζουν δυνατά, ωσάν οι πατέρες που έχουν χάσει τα παιδιά των επά νω εις το άνθος της ηλικίας των. Ας λεχθή λοιπόν και προς ημάς από τον ίδιον προφήτην, που ολίγον προηγουμένως εις το προοίμιον ανεφέραμεν «εγώ επίσης, λέγει, κατεκράτησα από σας την βροχήν τρεις μήνας προ του θερισμού και έβρεξα εις μίαν πόλιν και εις άλλην πόλιν δεν έβρεξα. Το ένα χωράφι εποτίσθη και το άλλο, εις το οποίον δεν έβρεξα, εξηράνθη. Και συνηθροίζοντο δύο ή τρεις πόλεις εις μίαν δια να πίουν νερόν, χωρίς να ημπορούν να κατασβέσουν την δίψαν των και αυτά διότι σεις δεν επιστρέψατε εις εμέ, λέγει, ο Κύριος» .

Ας μάθωμεν λοιπόν ότι ο Θεός μας δίδει αυτά τα χτυπήματα, διότι απεμακρύνθημεν από αυτόν και αμελήσαμεν. Δεν επιδιώκει να μας συντρίψη, αλλά φροντίζει να μας διορθώση, όπως κάμνουν οι καλοί από τους πα τέρες και αυτοί που φροντίζουν δια τα τέκνα, οι οποίοι θυμώνουν εναντίον των νέων και εξοργίζονται, όχι διότι θέλουν να τους κα κοποιήσουν, αλλά δια να τους οδηγήσουν από την νηπιώδη αδιαφορίαν και τα αμαρτήματα της νεότητος εις την επιμέλειαν.

Κυττάτε λοιπόν πως η πληθώρα των ιδικών μας αμαρτημάτων έβγαλε και τας εποχάς από την ιδίαν των την φύσιν και ήλλαξε τα είδη των καιρών εις αλλόκοτα ανακατώματα. Ο χειμών δεν είχε την συνήθη υγρασίαν μαζί με την ξηρασίαν, αλλά όλην την υγρασίαν την έκαμε παγωνιάν και την απεξήρανε και επέρασε χωρίς χιόνια και βροχάς. Η άνοιξις πάλιν έδειξε μεν το ένα μέρος από τα χαρακτηριστικά της, εννοώ την θερ μότητα, δεν είχεν όμως την βροχεράν περίοδον. Ζέστη δε και παγωνιά παραδόξως υπερέβησαν τα φυσικά όρια και αδίκως συνεφώνησαν εις το να μας βλάψουν και εξαποστέλλουν από τον βίον και την ζωήν τους ανθρώπους. Ποία λοιπόν είναι η αιτία της αταξίας και της συγχύσεως; Από που προέρχεται αυτός ο νεωτερισμός των καιρών; Ως άνθρωποι μυαλωμένοι ας ερευνήσωμεν ως λογικοί ας συλλογισθούμεν. Μήπως ο κυβερνήτης του σύμπαντος δεν υπάρχει; Μήπως ο αριστο τέχνης Θεός εξέχασε την πρόνοιάν του; Μήπως έχασε την εξουσίαν και την δύναμιν; Ή κατέχει μεν την ιδίαν δύναμιν και δεν απώλεσε την εξουσίαν, παρεφέρθη δε εις σκληρότητα και μετέβαλεν εις μισανθρωπίαν την υπερβολικήν αγαθότητα και την κηδεμονίαν του προς ημάς; Σώφρων άνθρωπος δεν θα ημπορούσε να το ειπή.

Αλλ' είναι ολοφάνερα τα αίτια λόγω των οποίων δεν κυβερνώμεθα. Ενώ ημείς λαμβάνομεν, δεν δίδομεν εις άλλους. Ενώ επαινούμεν την ευεργεσίαν, την απο στερούμεν από εκείνους που την χρειάζονται. Ενώ είμεθα δού λοι και ελευθερωνόμεθα, δεν ευσπλαγχνιζόμεθα τους συνδούλους μας. Ενώ πεινώμεν και τρεφόμεθα, περιφρονούμεν τον ενδεή. Ενώ έχομεν Θεόν, ανενδεή χορηγόν και ταμίαν, έχομεν γίνει σφιχτοχέρηδες και αμέτοχοι εις τας ανάγκας των πτωχών. Τα πρόβατά μας είναι γόνιμα και όμως οι γυμνοί είναι περισ σότεροι από τα πρόβατα. Αι αποθήκαι από το πλήθος των αποθηκευμένων αγαθών στενοχωρούνται και ημείς δεν ελεούμεν αυτόν που στενάζει. Δια τούτο η δικαία κρίσις μας απει λεί. Δια τούτο και ο Θεός δεν ανοίγει το χέρι του, διότι ημείς απεκλείσαμεν την φιλαδελφίαν. Δια τούτο τα χωράφια είναι ξηρά, διότι η αγάπη επάγωσεν.

3. Η φωνή αυτών που κάμνουν λιτανείαν εις τα χαμένα βοά και διασκορπίζεται εις τον αέρα. Διότι ούτε ημείς ηκούσαμεν αυτούς που εζητούσαν από ημάς. Οποία δε η προσευχή μας και η δέησις; Οι άνδρες, πλην ολίγων, ασχολείσθε με το εμπόριον και αι γυναίκες τους υπηρετείτε εις την εργασίαν του μαμωνά. Ολίγοι είναι μαζί μου και με την προσευχήν, και αυτοί αισθάνονται ζάλην, χασμωριούνται, συνεχώς γυ ρίζουν και παρακολουθούν πότε θα τελειώση ο ψάλτης τους στίχους, πότε θα απολυθούν από την εκκλησίαν, ωσάν από φυλακήν και από την ανάγκην της προσευχής. Και μάλιστα τα παιδιά, οι μικροί αυτοί που άφησαν τα βιβλία των εις τα σχολεία και συμπροσεύχονται μαζί μας, περιτριγυρίζουν το πράγμα μάλλον ωσάν ευκολίαν και διασκέδασιν και μεταβάλλουν την λύπην μας εις εορτήν, διότι απαλλάσσονται δί ολίγον από την φορτικότητα του διδασκάλου και την φρον τίδα των μαθημάτων.

Το πλήθος όμως των ωρίμων ανδρών και ο λαός που είναι περιπεπλεγμένος εις τας αμαρτίας, αχαλί νωτος και ελεύθερος και χαρούμενος βολτάρει εις την πόλιν. Αυτός περιφέρει την αιτίαν των κακών εις τας ψυχάς, αυτός, υπεκίνησε και απειργάσθη την συμφοράν. Βρέφη δε που δεν νοιώθουν και είναι ακατηγόρητα σπεύδουν και συνωθούνται προς την εξομολόγησιν, χωρίς να έχουν ούτε την αιτίαν αυτών που προξενούν την λύπην ούτε την γνώσιν ή την δύναμίν της συνήθειας να προσευχηθούν. Εσύ, παρακαλώ, προχώρησε εις το μέσον, εσύ που είσαι ανακατωμένος με τας αμαρτίας. Εσύ γονάτισε και κλάψε και στέναξε. Άφησε το βρέφος να κάμνη αυτά που αρμόζουν εις την ηλικίαν. Διατί, ενώ κατηγο ρείσαι, κρύβεσαι και οδηγείς εις εξομολόγησιν το ανεύθυνον; Μή πως δηλαδή ξεγελιέται ο κριτής, ώστε να αντικαταστήσης κρυφά τον εαυτόν σου με άλλο πρόσωπον; Έπρεπε βέβαια και εκείνο να παρίσταται εξάπαντος μαζί σου, όχι μόνον. Βλέπεις πως και οι Νινευίται, όταν με την μετάνοιαν παρακαλούσαν τον Θεόν και επενθούσαν δια τα αμαρτήματά των, αυτά που μετά την θάλασσαν και το κήτος ανεβόησεν ο Ιωνάς, δεν ωδήγησαν μόνον τα βρέφη εις την μετάνοιαν αλλά και τους μεγάλους. Οι ίδιοι δεν εζούσαν την ζωήν των με τρυφήν και ευωχίας, αλλ' η νηστεία καθυπέταξε πρώτα τους πατέρας, αυτούς που είχαν αμαρτήσει. Και η τιμωρία εβασάνιζε τους πατέρας και κατά ένα λόγον παραπάνω εξ ανάγκης εθρηνούσαν και τα βρέφη, δια να κυριαρχήση εις κάθε ηλικίαν η σκυθρωπότης, και εις αυτήν που νοιώθει την αμαρτίαν και εις αυτήν που δεν την νοιώθει, και εις την μεν μίαν προαιρετικώς εις δε την άλλην κατ’ ανάγκην.

Και έτσι αφού ο Θεός τους είδε να ταπεινώνωνται, διότι κατεδίκασαν τους εαυτούς των εις πάνδημον κακουχίαν, εξαιρετικά υπερ βολικήν, και ευσπλαγχνίσθη δια την συμφοράν και την τιμωρίαν επήρεν οπίσω και την χαράν εχάρισεν εις αυτούς που με συναίσθησιν επένθησαν. Ω πόσον φροντισμένη μετάνοια! Ω πόσον σοφή και συμπυκνωμένη θλίψις! Ούτε τα ζώα τα άφη σαν έξω από την τιμωρίαν, αλλά και δι’ αυτά επενόησαν, ώστε κατ' ανάγκην να φωνάζουν.

Πράγματι το μοσχάρι το εχώρισαν από την αγελάδα και το αρνί το απεμάκρυναν από το μητρικόν μαστάρι και το βρέφος που εβύζανε δεν εκρατείτο εις τας αγκάλας της μητρός του. Εις ξεχωριστάς μάνδρας ήταν αι μητέρες και εις ξαχωριστάς τα τέκνα. Φωναί δε θλιβεραί από όλα που αντιβοούσαν και αντηχούσαν η μία προς την άλλην. Τα τέκνα που επεινούσαν, εζητούσαν τας πηγάς του γάλακτος και αι μητέρες, που εσπάρασαν από το φυσικόν πάθος, με συμπαθείς φωνάς εκαλούσαν τα τέκνα τους. Τα βρέφη που καθ' όμοιον τρόπον επεινούσαν, εξεσπούσαν εις δυνατόν κλάμα και εσπαρταρούσαν και αι μητέρες εκεντρίζοντο εις τα σπλάγχνα από τους πόνους της συγγενείας. Και δια τούτο ο θεόπνευστος λόγος διετήρησε γραπτώς την μετάνοιαν εκείνων δια να γίνη κοινή διδασκαλία της ζωής. Ο γέρων εθρηνούσε δι’ εκείνα· εμαδούσε τα λευκά μαλλιά του και τα ξερίζωνεν. Ο νέος και ο ώριμος δυνατώτερα έκλαιγαν. Ο πτωχός εστέναζε και ο πλού σιος, λησμονών την καλοπέρασιν, εζούσε την κακουχίαν ως καλήν. Ο βασιλεύς αυτών είχε μεταβάλει την λαμπρότητα και την δόξαν εις εντροπήν. Έβγαλε το στέμμα και εσκόνισε την κεφαλήν του. Έβγαλε το βασιλικόν ένδυμα και εφόρεσε τον σάκκον του πένθους. Άφησε τον υψηλόν και μετάρσιον θρόνον και θλιμμένος εκυλίετο εις την γην. Άφησε την αξιοπρέπειαν που προσιδιάζει εις το βασιλικόν αξίωμα και εθρηνούσε μαζί με τον λαόν. Έγινεν ένας από τους πολλούς και αυτός, όταν είδε τον κοινόν Δεσπότην των όλων να οργίζεται.

4. Αυτό είναι το φρόνημα των ευαίσθητων δούλων. Τέ τοια είναι η μετάνοια αυτών που ενέχονται εις αμαρτίας. Η μείς διαπράττομεν προθύμως μεν την αμαρτίαν, αλλά με ολιγωρίαν και οκνηρίαν αναλαμβάνομεν την μετάνοιαν. Ποίος προσευχόμενος χύνει δάκρυα, δια να λάβη βροχήν και σταγόνας εις τον κατάλληλον καιρόν; Ποίος, που καθαρίζει αμαρτίας, έ βρεξε το κρεβάτι του με δάκρυα κατά το παράδειγμα του Δαβίδ; Ποίος έπλυνε τα πόδια των ξένων και εκαθάρισε την σκόνην από την οδοιπορίαν, δια να εξευμένιση τον Θεόν κατά τον καιρόν που ζητά την λύσιν της ξηρασίας; Ποίος έθρεψε το ορφανόν από πατέρα παιδί, δια να θρέψη τώρα ο Θεός τα σιτηρά προς χάριν μας, που σαν ορφανά πλήττονται από την κακήν σύγκρασιν των ανέμων; Ποίος περιέθαλψε χήραν που βασανίζεται από τας δυσκολίας της ζωής, δια να του αποδοθή τώρα η αναγκαία τροφή;

Ξέσχισε το άδικον γραμμάτιον, δια να λυθή έτσι η αμαρτία. Εξαφάνισε την ομολογίαν των βαρύτατων τόκων δια να γεννήση η γη τα συνηθισμέ να προϊόντα. Διότι όταν ο χαλκός και ο χρυσός και τα άγο να παρά φύσιν γεννούν, τότε γίνεται στείρα αυτή που εκ φύσεως γεννά και καταδικάζεται εις ακαρπίαν προς τιμωρίαν των κατοίκων της. Ας αποδείξουν λοιπόν αυτοί που τιμούν την πλεονεξίαν, αυτοί που συνάγουν υπερβολικά τον πλούτον, ποία είναι η δύναμις των αποθηκευθέντων, ή ποίον το όφελος, αν ο Θεός που έχει οργισθή επιτείνει περισσότερον την τιμωρίαν. Ίσως αυτοί γίνουν πιο κίτρινοι από τον χρυσόν που επισωρεύουν, εάν δεν αποκτήσουν το ψωμί, που μέχρι χθες και προχθές επεριφρονείτο, λόγω της ευκόλου προμήθειάς του.

Ας υποθέσωμεν ότι δεν υπάρχει ο πωλητής, ούτε υπάρχει σιτάρι εις τας αποθήκας˙ ποία είναι τότε η χρησιμότης των βαρύτατων πορτοφολιών; Πες μου; Δεν θα ενταφιασθής μαζί μ' αυτά; Δεν είναι χώμα ο χρυσός; Δεν θα κήται ως άχρηστος πηλός δίπλα εις το χωμάτινον σώμα; Όλα τα απέκτησες και όμως δεν κατέχεις ένα αναγκαίον πράγμα· την δύναμιν να τρέφης τον εαυτόν σου. Ένα σύννεφον εδημιούργησεν ολόκληρον τον πλούτον. Επινόησε τον πόρον ολίγων σταγονι δίων, εξανάγκασε την γην να καρποφορήση. Εξαφάνισε την συμφοράν με τον υπερήφανον και κρυμμένον πλούτον.

Πιθανόν να παρακάλεσης κάποιον από τους ευλαβείς, δια να σου χαρίση με τας προσευχάς του, όπως ο Θεσβίτης Ηλίας, την απαλλαγήν από τα δεινά, δηλαδή άνθρωπον ακτήμονα, ωχρόν, ξυπόλυτον, άστεγον, ανέστιον, άπορον, που φορεί ένα χιτώνα, όπως ο Ηλίας την μηλωτήν, και που έχει σύντροφον την προσ ευχήν και τρέφεται με την εγκράτειαν. Και αν επιτύχης με την παράκλησίν σου την βοήθειάν του, δεν θα περιφρόνησης πολύ τα κτήματα που έχουν πολλάς φροντίδας; Δεν θα περιφρόνη σης τον χρυσόν; Δεν θα διασκόρπισης, ωσάν κοπριάν, τον άργυρον, που, ενώ προηγουμένως τον αποκαλούσες παντοδύναμον και πολύ αγαπητόν, τώρα τον εγνώρισες οκνηρόν βοηθόν εις την ανάγκην; Δια σε έκρινεν αξίαν και την συμφοράν αυτήν. Διότι ενώ είχες δεν έδιδες, διότι παρέβλεπες τους πεινώντας, διότι δεν εγύριζες να κυττάξης αυτούς που ωδύροντο, διότι δεν έδιδες, ενώ σε επροσκυνούσαν. Τα κακά και εξ αιτίας των ολίγων ξεσπούν εις τον λαόν και ο λαός συνήθως τιμωρείται δια την μοχθηρίαν κάποιου. Ο Άχαρ διέπραξε ιεροσυλίαν, αλλ' ολόκληρον το στρατόπεδον ετιμωρείτο. Ο Ζάμβρι επίσης επόρνευσεν εις τας γυναίκας των Μαδιανιτών, αλλ' ο Ισραήλ ετιμωρείτο.


5. Όλοι λοιπόν και ατομικώς και δημοσίως να εξετάσωμεν τον τρόπον της ζωής μας. Να θεωρήσωμεν την ξηρασίαν ω σάν παιδαγωγόν, που υπενθυμίζει εις τον καθένα μας την ιδίαν αμαρτίαν. Να είπωμεν και μάλιστα με συναίσθησιν τον λόγον του γενναίου Ιώβ· «το χέρι του Θεού είναι που με ήγγισε». Και μάλιστα μεν να καταλογίσωμεν την συμφοράν μας πρωταρχικώς εις τα αμαρτήματα. Εάν δε πρέπη να προσθέσωμεν και κάτι άλλο, ενίοτε αι κακοτυχίαι αύται συμβαί νουν εις τους ανθρώπους και ως δοκιμασίαι εις τας ψυχάς, δια να αποδειχθούν οι δόκιμοι, είτε πτωχοί είτε πλούσιοι είναι αυ τοί, επάνω εις τας δυσκολίας. Διότι και οι μεν και οι δε δοκι μάζονται ακριβώς δια της υπομονής. Και προ παντός κατά την περίοδον αυτήν αποδεικνύεται, εάν ο μεν είναι κοινωνικός και φιλάδελφος, εάν ο δε ευγνώμων και όχι αντιθέτως βλάσφη μος, που αλλάσσει την διάθεσιν ταχέως μαζί με τας συμφοράς της ζωής.

Εγώ γνωρίζω πολλούς (και αυτό δεν το έμαθα εξ ακοής, αλλά εκ πείρας εγνώρισα τους ανθρώπους), οι οποίοι μέχρις ότου μεν ο βίος δι’ αυτούς προχωρεί ευνοϊκά, κατά την παροιμίαν, αναγνωρίζουν εμμέσως λοιπόν, αν και όχι τελείως, την χάριν εις τον ευεργέτην. Εάν δε κάποτε τα πράγματα τραπούν προς την αντίθετον κατάστασιν και γίνη ο μεν πλού σιος πτωχός, η υγεία του σώματος ασθένεια, η δόξα και η περιφάνεια εντροπή και ατίμωσις, γίνονται αχάριστοι, ξεστο μίζουν βλασφημίας, τεμπελιάζουν εις την προσευχήν. Δυσανα σχετούν εναντίον του Θεού, ως να είναι χρεώστης που καθυστερεί την οφειλήν και δεν συμπεριφέρονται ως προς Κύριον που αγανακτεί. Αλλά διώξε από τους λογισμούς την σκέψιν αυ τήν. Όταν δε ιδής τον Θεόν να μη χαρίζη τα απαραίτητα, έτσι να συλλογίζεσαι μέσα σου· μήπως ο Θεός αδυνατεί να χορήγηση την τροφήν; Και πως είναι δυνατόν; Αυτός που είναι Κύριος του ουρανού και ολοκλήρου της δημιουργίας, σοφός ρυθμιστής των εποχών και των καιρών, κυβερνήτης των όλων, που ώρισεν ωσάν κάποιον εύτακτον χορόν, τας εποχάς και τας τροπάς του ηλίου να διαδέχωνται η μία την άλλην, δια να επαρκούν με την ποικιλίαν των εις τας διαφόρους ανάγκας μας· και άλλοτε μεν να πίπτη βροχή εις τον κατάλληλον καιρόν, άλλοτε δε πάλιν η ζέστη και το κρύον να εναλλάσσωνται κατά την διάρκειαν του έτους, και να μη λείπη η ξηρα σία. Ο Θεός λοιπόν είναι δυνατός. Αφού δε έχει και την δύναμιν και τούτο γίνεται παραδεκτόν, μήπως άραγε λείπει η αγαθότης; Και αυτός ο λόγος είναι ανύπαρκτος. Διότι ποία ανάγκη θα έπειθεν αυτόν που δεν είναι αγαθός να δημιουργήση κατ' αρχήν τον άνθρωπον; Ποίος δε θα εξηνάγκαζε τον κτίστην να πάρη χώμα και μάλιστα χωρίς να το θέλη, και από την λάσπην να μορφοποιήση τέτοιο κάλλος; Ποίος είναι αυτός που κατ' ανάγκην έπεισε να δωρήση τον λόγον εις τον άνθρωπον σύμφωνα προς την ιδικήν του εικόνα, δια να δεχθή, αφού απ' εκεί ξεκινήση, την μάθησιν των τεχνών, και δια να μάθη να φιλοσοφή δια τα ουράνια, τα οποία δεν εγγίζει με τας αισθή σεις ; Και εάν έτσι συλλογίζεσαι, θα εύρης να συνυπάρχη εις τον Θεόν η αγαθότης και μέχρι ακόμη και τώρα να μη απουσιάζη. Διότι τι θα ημπόδιζε, πες μου, να μη είναι ξηρασία αυτό που βλέπομεν, αλλά τελεία πυρπόλησις; Και ο ήλιος να παρεξέκλινεν ολίγον από την κανονικήν πορείαν και να επλησίαζε τα περίγεια σώματα και αυτομάτως να κατέκαιε κάθε τι που βλέπομεν; Ή να βρέξη φωτιάν από τον ουρανόν, καθ' όμοιον τρόπον, που ετιμώρησεν ήδη τους αμαρτωλούς;

Αυτοκυριαρχήσου και έλα εις τα συγκαλά σου, άνθρωπε˙ μη κάμης αυτά που κάμνουν τα ανόητα παιδιά που, επειδή τα εμάλωσεν ο διδάσκαλος, ξεσχίζουν τα βιβλία του˙ ξεσχίζουν δε το ένδυ μα του πατρός των, που δια την ωφέλειάν των αναβάλλει την τροφήν, ή με τα νύχια τους καταγρατζουνίζουν το πρόσωπον της μητέρας. Διότι τον μεν κυβερνήτην δοκιμάζει και σκληρα γωγεί η τρικυμία, τον αθλητήν το στάδιον, τον στρατηγόν το στρατόπεδον, τον γενναιόκαρδον η συμφορά, τον δε Χρι στιανόν η δοκιμασία. Και αι λύπαι δοκιμάζουν την ψυχήν, όπως η φωτιά δοκιμάζει τον χρυσόν. Είσαι πτωχός; Μη κα ταλαμβάνεσαι από αθυμίαν. Διότι η υπερβολική κατήφεια γίνεται αιτία της αμαρτίας. Η μεν λύπη καταβαραθρώνει την διάνοιαν και η αμηχανία εμβάλλει ζάλην, η δε έλλειψις των λογισμών γέννα την αχαριστίαν. Αλλά να ελπίζης εις τον Θεόν.

Μήπως δηλαδή δεν παρατηρή την στενοχωρίαν; Κρα τά την τροφήν εις τα χέρια του και καθυστερεί την χορήγησιν, δια να δοκιμάση την σταθερότητά σου, δια να πληροφορηθή την διάθεσίν σου, εάν δεν είναι όμοια με αυτήν των ακολάστων και των αχάριστων. Διότι και αυτοί, μέχρις ότου μεν συμβαίνει να έχουν την τροφήν εις το στόμα τους, ευφημούν, κολακεύουν, υπερθαυμάζουν, όταν δε επ' ολίγον αναβληθή το τραπέζι, ωσάν λίθους αφήνουν τας βλασφημίας προς αυτούς που πριν ολίγου λόγω της τέρψεως επροσκυνούσαν ωσάν Θεόν. Διάβα σε την Πάλαιαν Διαθήκην και την Καινήν και θα εύρης εκεί, εις την κάθε μίαν, πολλούς να έχουν τραφή κατά διάφορον τρόπον.

Ο Κάρμηλος, βουνόν υψηλόν και ακατοίκητον, έρημον αυτό, εφιλοξενούσεν έρημον τον Ηλίαν. Δια τον δίκαιον η ψυχή του ήταν η όλη περιουσία και εφόδιον της ζωής η ελπίδα προς τον Θεόν. Με το να ζη έτσι, δεν απέθανεν από την πείναν, αλλά τα αρπακτικώτατα και τα πλέον λαίμαργα από τα όρνεα, αυτά έφεραν τα τρόφιμα και υπηρετούσαν τον δίκαιον εις την τροφήν. Αυ τά που από την φύσιν των αρπάζουν τας ξένας τροφάς, με το πρόσταγμα του Δεσπότου ήλλαξαν την φύσιν και έγιναν πιστοί φύλακες των άρτων και των κρεάτων. Εμάθαμεν δε λοι πόν από την ιεράν ιστορίαν ότι τα κοράκια έφεραν τας τροφάς εις τον άνδρα. Επίσης και ο λάκκος της Βαβυλώνος εκρατούσε τον νεαρόν ισραηλίτην αιχμάλωτον μεν κατά την συμφοράν, ελεύθερον όμως εις την ψυχήν και το φρόνημα. Μήπως όμως έ παθε κάποιο κακόν από τα λεοντάρια; Όχι! Τα λεοντάρια μεν, παρά την φύσιν των, ενήστευαν, ο δε τροφεύς αυτού Αββακούμ ήρχετο δια μέσου του αέρος· ο άγγελος εκόμιζε μαζί με τα τρόφιμα και τον άνθρωπον. Και δια να μη δεινοπάθηση από την πείναν ο δίκαιος, ο προφήτης εις ελάχιστον χρόνον επέταξεν επάνω από τόσην ξηράν και θάλασσαν, όση εκτείνεται από την Ιουδαίαν μέχρι της Βαβυλώνος.

6. Επίσης τι έκαμνεν ο λαός της ερήμου, του οποίου αρ χηγός ήταν ο Μωυσής; Πως οικονόμησε την ζωήν του επί σαράντα ολόκληρα χρόνια; Δεν υπήρχεν εκεί άνδρας που να σπέρνη, ούτε βόδι που να σύρη το αλέτρι, ούτε αλώνι, ούτε πατητήρι, ούτε αποθήκη, και όμως είχαν την τροφήν χωρίς σποράν και όργωμα, και ο βράχος εχορηγούσε τας πηγάς, που πρώτα δεν υπήρχαν, αλλ' εξετινάχθησαν εις την ανάγκην. Παραλείπω να απαριθμήσω τα επί μέρους της προνοίας του Θεού, που πολλάς φοράς κατά τρόπον πατρικόν ενεφάνισεν εις τους ανθρώπους. Εσύ δε να υπομείνης ολίγον την συμφοράν, ό πως ο γενναίος Ιώβ, και να μη λυγίσης από την τρικυμίαν, μή τε να αποβάλης τα εμπορεύματα της αρετής. Σαν πολύτιμον διαθήκην να διαφύλαξης εις την ψυχήν σου την ευχαριστίαν και θα λάβης και εσύ δια την ευγνωμοσύνην διπλασίαν απόλαυσιν. Να ενθυμήσαι τον αποστολικόν λόγον «δί όλα να ευχαριστήτε».

Είσαι πτωχός; έχεις εξάπαντος άλλον πτωχότερον από εσέ. Έχεις δια δέκα ημέρας τρόφιμα εσύ; εκεί νος έχει δια μίαν. Σαν καλός και ευγνώμων να εξισώσης το περίσσευμά σου με τον ενδεή. Μη διστάσης να δώσης από το ολίγον. Μη προτιμήσης το συμφέρον σου εμπρός εις την κοινήν συμφοράν. Και αν ο άρτος σου περισσεύη κατά ένα ψωμί και σου κτυπήση την πόρταν ο ζητιάνος, πάρε από την αποθήκην το ένα ψωμί και αφού το βάλης εις τα χέρια του ύψωσε το βλέμ μα σου εις τον ουρανόν και είπε λόγον θλιβερόν μαζί και ευ γνώμονα˙ ένα ψωμί, όπως βλέπεις, Κύριε, και ο κίνδυνος είναι ολοφάνερος. Αλλ' εγώ θέτω την εντολήν σου επάνω από εμέ και από το ολίγον δίδω εις τον αδελφόν μου που λιμοκτονεί. Δώσε λοιπόν και συ εις τον δούλόν σου, που κινδυνεύει. Γνω ρίζω καλά την αγαθότητα σου και ελπίζω εις την δύναμίν σου. Δεν αναβάλλεις επί πολύ τας δωρεάς, αλλά τας σκορπάς, όταν θέλης.

Και αν έτσι ομιλήσης και ενεργήσης, τον άρτον που δί δεις εις καιρόν δυσκολίας, γίνεται σπόρος γεωργικός, αποφέρει πλούσιον τον καρπόν, είναι προκαταβολή της τροφής, γίνεται πρόξενος ελέους. Πες και συ εις παρόμοιας περιστάσεις τον λό γον της χήρας της Σιδωνίας. Θυμήσου επικαίρως την ιστορίαν. «Ζη Κύριος, δεν έχω τίποτε άλλο παρά μόνον μία χούφταν αλεύρου δια την διατροφήν εμού και των παιδιών μου». Και εάν δώσης από το υστέρημα, θα έχης και συ το λαδοδοχείον κατάμεστον από δωρεάν και την αλευραποθήκην ακένωτον. Διότι δια τους πιστούς φιλοτίμως η χάρις του Θεού με το να εισάγη το διπλάσιον μιμείται τα πηγάδια, τα οποία πάν τοτε αδειάζουν αλλά δεν εξαντλούνται. Δάνεισε συ ο άπορος, εις τον πλούσιον Θεόν. Δώσε εμπιστοσύνην εις αυτόν που πάντοτε θεωρεί προσωπικά τον εαυτόν του υπόχρεον, δι αυ τά που δίδεις εις αυτόν που θλίβεται και ανταποδίδει την ευεργεσίαν από τα ιδικά του αγαθά. Είναι αξιόπιστος εγγυητής, διότι έχει απλωμένους τους θησαυρούς του εις όλα τα μέρη της γης και της θαλάσσης. Και εάν, ενώ πλέεις, απαίτησης το δάνειον, θα λάβης το κεφάλαιον μαζί με τους τόκους εις το μέσον του πελάγους. Διότι φιλοδοξεί να δίδη περισσότερα.

7. Η πείνα είναι η αρρώστια αυτού, ο οποίος πεινά. Αυ τή είναι φοβερά ασθένεια. Η πείνα είναι η πιο μεγάλη από τας συμφοράς των ανθρώπων και ο φοβερώτερος θάνατος από όλους τους θανάτους. Διότι εις τους άλλους κινδύνους ή η κό ψη του ξίφους ταχέως επιφέρει τον θάνατον ή η ορμή της φω τιάς αποτόμως σβήνει την ζωήν ή τα θηρία με τα δόντια αφού κατασπαράξουν τα ζωτικώτερα από τα μέλη, δεν επιτρέπουν την τιμωρίαν με την διάρκειαν της οδύνης. Η πείνα όμως επι βραδύνει το κακόν. Παρατείνει τον πόνον με το να ενεδρεύη και να λουφάζη η αρρώστια και με το να κάμνη ώστε πάντοτε ο θάνατος να είναι παρών και πάντοτε να βραδύνη. Διότι δαπανά το υγρόν που υπάρχει εις τον οργανισμόν, καταστέλλει την θερμότητα, περιορίζει το βάρος, μαραζώνει ολίγον κατ' ολί γον την δύναμιν. Η σάρκα κολλά ωσάν αράχνη εις τα κόκκαλα. Το χρώμα δεν είναι ανθηρόν. Διότι το κόκκινον υποχωρεί με την φθοράν του αίματος και η λευκότης δεν υπάρχει, αφού η επιδερμίδα μελανιάζει από την ισχνότητα. Μαυροκιτρινίζει το σώμα, διότι από την νόσον ανακατώνεται οικτρώς η ωχρότης με το μαύρον. Τα γόνατα δεν αντέχουν, αλλά λυγίζουν από την ανάγκην. Η φωνή είναι λεπτή και αδύνατη. Τα μάτια ασθενικά εις τας κόγχας, παραμένουν ανώφελα εις τας κόγχας των, όπως εκείνοι από τους καρπούς που αποξηραίνονται εις τα κελύφη των. Η κοιλία αδειανή και ζαρωμένη, άμορφος, χωρίς βάρος, δεν έχει τον φυσικόν τόνον των σπλάγχνων και είναι κολλημένη εις τα κόκκαλα του οπισθίου μέρους. Αυτός λοιπόν που περιφρονεί ένα τέτοιο σώμα πόσας κολάσεις αξίζει; Ποίαν δε υπερβολήν σκληρότητος δεν θα ξεπεράση; Πως δεν αξίζει να συγκαταριθμηθή εις τα ανήμερα από τα θηρία και να θεωρήται μολυσμένος και ανθρωποκτόνος; Διότι αυτός, που εις το χέρι του είναι να θεραπεύση το κακόν και που με την θέλησίν του αναβάλλει εξ αιτίας της πλεονεξίας, ευλόγως θα ημπορούσε να καταδικάζεται εξ ίσου με αυτούς που ιδιοχείρως διαπράτ τουν τον φόνον.

Το κακόν της πείνης εξηνάγκασε πολλάς φοράς πολλούς να παραβιάσουν και τους φυσικούς νόμους. Να φάγη δηλαδή άνθρωπος τα σώματα των συγγενών, η μητέρα δε το παιδί της που από την κοιλίαν της εγέννησε να το δεχθή αδί κως και πάλιν εις την κοιλίαν της. Και το δράμα αυτό το δι εκτραγώδησε η ιουδαϊκή ιστορία, που συνέταξεν ο σπουδαίος κατά την γνώμην μου Ιώσηπος, τότε που τα φοβερά πάθη κατέλαβαν τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, που επλήρωναν έτσι τας δικαίας τιμωρίας δια την ασέβειάν των εις τον Θεόν.

Βλέ πεις ότι και ο ίδιος ο ιδικός μας Θεός τα μεν άλλα από τα πα θήματα παραβλέπει, τους πεινώντας όμως με συμπάθειαν ευσπλαγχνίζεται. «Σπλαγχνίζομαι, λέγει, τον λαόν». Δια τού το και εις την τελικήν κρίσιν, εκεί όπου προσκαλεί τους δικαίους ο Κύριος, την πρώτην θέσιν κατέχει αυτός που δίδει. Αυτός που τρέφει είναι πρώτος εις τους τιμωμένους. Αυτός που εχορήγησε τον άρτον προσκαλείται πρώτα απ' όλους. Ο αγαθός και μεταδοτικός μεταβαίνει εις την ζωήν πρώτος από τους άλλους δικαίους. Αυτός που δεν κοινωνεί εις τας ανάγκας του πλησίον και ο τσιγκούνης παραδίδεται εις την φωτιάν πρώτος από όλους τους αμαρτωλούς.

Ο καιρός σε καλεί εις την μητέρα των εντολών. Και να φροντίσης πάρα πολύ δια να μη χάσης τον καιρόν της πανηγύρεως και των εμπορικών συναλλαγών. Διότι ο χρόνος τρέχει και δεν περιμένει αυτόν που αργοπορεί. Αι ημέραι φεύγουν και προσπερνούν τον οκ νηρόν. Και όπως δεν ημπορεί κανείς να σταματήση το ρεύ μα του ποταμού, εκτός εάν κάποιος χρησιμοποιήση όπως πρέ πει το νερόν, αφού το ανακόψη, κατά την πρώτην συνάντη σιν και ορμήν, έτσι ούτε τον χρόνον, που τρέχει σύμφω να με την αναγκαστικήν πορείαν, ημπορεί να συγκράτηση, ούτε αφού περάση να τον ανακαλέση εις τα οπίσω, έκτος εάν κάποιος τον προλάβη, όταν έρχεται. Και δια τούτο κράτησε την εντολήν ωσάν να φεύγη και εφάρμοσέ την και αφού την συλλαβής από παντού άρπαξέ την εις τας αγκάλας σου. Δώσε ολίγα και απόκτησε πολλά. Εξαφάνισε την πρωταρχικήν αμαρτίαν δια της μεταδόσεως της τροφής. Διότι, όπως ο Αδάμ που παρανόμως έφαγε, μετέδωσε την αμαρτίαν, έτσι ημείς εξαλείφομεν την πονηράν βρώσιν, εάν θεραπεύσωμεν την ανάγ κην και την πείναν του αδελφού.

8. Λαοί, ακούστε! Χριστιανοί, ακούστε προσεκτικά! Αυ τά λέγει ο Κύριος. Δεν ομιλεί εις τον λαόν με την φωνήν του, αλλά με τα στόματα των δούλων του, ωσάν με όργανα του, σαλπίζει. Ας μη φανούμεν ημείς οι λογικοί σκληρότεροι από τα άλογα ζώα. Διότι εκείνα από κοινού χρησιμοποιούν αυτά που βλαστάνει εκ φύσεως η γη. Και τα κοπάδια των προβάτων βοσκούν εις ένα και το ίδιον βουνόν. Πάμπολλα άλογα μίαν και την ιδίαν πεδιάδα καταλαμβάνουν ως βοσκότοπον. Και όλα τα είδη των ζώων έτσι μεταξύ των το ένα προς το άλλο παραχωρούν την αναγκαίαν απόλαυσιν των τροφών. Ημείς όμως οικειοποιούμεθα τα κοινά και κατέχομεν μόνοι αυτά που ανήκουν εις τους πολλούς. Ας εντρεπώμεθα τα φιλάνθρωπα διηγήματα των ειδωλολατρών. Εις μερικούς εξ αυτών νόμος φιλάνθρωπος απειργάζετο μίαν τράπεζαν και κοινά τρόφιμα, και σχεδόν μίαν οικογένειαν τον πολυάνθρωπον λαόν. Ας αφήσωμεν τους εθνικούς και ας έλθωμεν εις το παράδειγμα των τριών χιλιάδων. Ας ζηλέψωμεν την πρώτην εκκλησίαν των Χριστιανών, όπου τα πάντα ήταν κοινά εις αυτούς, δηλαδή η ζωή, η ψυχή, η συμφωνία, η κοινή τράπεζα, η αδιαίρετος αδελφότης, η ανυπόκριτος αγάπη, που ήνωνεν εις ένα τα πολλά σώματα, και συνήρμοζε τας διαφόρους ψυχάς εις μίαν ομόνοιαν. Από την Πάλαιαν και την Νέαν Διαθήκην έχεις πολλά παραδεί γματα φιλαδελφίας. Εάν αντικρύσης γέροντα που πείνα να τον καλέσης και να τον θρέψης, όπως ο Ιωσήφ τον Ιακώβ. Εάν εύρης εχθρόν που ευρίσκεται εις δυσκολίαν μη προσθέσης εις την οργήν που σε κατέχει την εκδίκησιν, αλλά να τον θρέ ψης όπως εκείνος έθρεψε τους αδελφούς, που τον επώλησαν. Εάν συνάντησης νεώτερον που καταπονείται, να κλαύσης έτσι, όπως εκείνος τον Βενιαμίν, το παιδί των γερατείων. Ίσως να πειράζη και σε η πλεονεξία, όπως η κυρία τον Ιω σήφ· σε τραβά από τα ενδύματα, δια να παραβής την εντολήν και να αγαπήσης περισσότερον εκείνην που αγαπά τα χρυσαφικά και τα στολίδια, παρά την προσταγήν του Δεσπότου.

Όταν λοιπόν έλθη λογισμός που καταπολεμεί την εντολήν αυτήν και προσελκύει τον εγκρατή νουν εις την φιλ­αργυρίαν, και σε εξαναγκάζει να αδιαφορήσης δια την φιλαδελφίαν και σε κρατά πλησίον της, ρίξε και συ κάτω τα ενδύ ματα, και ωργισμένος φύγε. Να διατήρησης την πίστιν εις τον Κύριον, όπως εκείνος εις τον Πετεφρήν. Να μεριμνήσης δι’ εν έτος, όπως εκείνος εμερίμνησε δι’ επτά έτη. Μη δίδης τα πάντα εις την ηδονήν, δώσε και κάτι εις την ψυχήν. Και νά πιστέψης πως έχεις δύο θυγατέρας· την καλοπέρασιν εδώ και την ουράνιον ζωήν. Εάν δεν θέλησης να τα δώσης όλα εις την ανωτέραν, μοίρασε τα λοιπόν εξ ίσου και εις την ακόλαστον κόρην και εις την αγαθήν. Να μη παρουσίασης την εδώ διαγωγήν σου βαθύπλουτον και την άλλην γυμνήν και ενδεδυμένην με εμβαλώματα, αλλ' όταν χρειασθή να παραστής εις τον Χριστόν και αντιμετώπισης τον κριτήν, η κατ' αρετήν ζωή να έχη νυμφικόν ένδυμα και πρόσκλησιν. Μη λοιπόν παρουσίασης εις τον νυμφίον την νύμ φην δύσμορφον και αστόλιστον, δια να μη την ιδή και γυρίση το πρόσωπόν του και αφού την ιδή την μισήση και αρνηθή τον γάμον. Αλλά αφού την αρματώσης με τον στολισμόν που αρ μόζει, να την διαφυλάξης όμορφην ως την προθεσμίαν των γάμων. Δια να ανάψη και αυτή μαζί με τας φρόνιμους παρθέ­νους την λαμπάδα, να διατήρηση άσβεστον την φλόγα της γνώσεως και να μη της λείψη το λάδι των καλών έργων. Δια να επαληθευθή έτσι εμπράκτως η θεία προφητεία και εύρη εφαρμογήν εις την ψυχήν σου ο λόγος· «στέκεται εις τα δεξιά σου η βασίλισσα ενδεδυμένη και στολισμένη με ενδυμασίαν χρυσοκέντητον. Άκουσε κόρη, και ιδές και κλίνε το αυτί σου, ο βασιλεύς θα επιθυμήση την ομορφιάν σου». Αυτά βεβαίως γενικά προανήγγειλεν ο ψαλμωδός, προφητεύων την ωραιό τητα ολοκλήρου του σώματος. Κατά κύριον λόγον δε θα εύρη εφαρμογήν και εις την ψυχήν του καθενός, αφού βέβαια η Εκ κλησία αποτελείται από τα επί μέρους άτομα.

9. Σκέψου, παρακαλώ, λογικά το παρόν και το μέλλον, το οποίον μη προδίδης λόγω αισχροκερδίας. Το σώμα που είναι το χαρακτηριστικόν σου εις την ζωήν θα σε αφήση. Εις την εμφάνισιν του κριτού που αναμένεται και που αναμφιβό λως θα έλθη, θα αποκλείσης μεν δια τον εαυτόν σου την απονομήν των τιμών και την επουράνιον δόξαν και θα ανοίξης την άσβεστον φωτιάν, την γέενναν, τα κολαστήρια και τους πικρούς από τας οδύνας αιώνας, αντί της αιωνίου και μακάριας ζωής. Μη με πάρης, ωσάν κάποιαν μητέρα ή τροφόν, πως σου επισείω ψεύτικα μορμολύκεια, όπως εκείναι συνηθίζουν να κάμνουν εις τα μικρά παιδιά, όταν θρηνούν άτακτα και συν εχώς τα καθησυχάζουν με φανταστικά διηγήματα. Αυτά δεν είναι παραμύθι, αλλά λόγος που έχει κηρυχθή προ πολλού από αδιάψευστον φωνήν. Και γνώριζε επακριβώς ότι σύμφωνα με την ευαγγελικήν προφητείαν «ένα γιώτα ή ένα γράμμα δεν θα καταργηθή από τον νόμον μέχρις ότου γίνουν όλα». Αλλά και το σώμα που έχει εξαφανισθή εις τους τάφους θα αναστηθή και η ίδια η ψυχή που με τον θάνατον έχει αποχωρισθή, πάλιν θα κατοικήση εις το σώμα. Και θα γίνη ακριβής έλεγχος των πράξεων της ζωής κατά τον οποίον δεν θα μαρτυ ρήσουν άλλοι, αλλ' η ίδια η συνείδησις θα κατάθεση ως μάρ τυς. Εις τον καθένα δε θα αποδοθή από τον δίκαιον δικαστήν το κατ' αξίαν. Εις αυτόν πρέπει η δόξα, η δύναμις και η προσκύνησις εϊς τους αιώνας των αιώνων.