«Με την εικόνα της αυτήν η Δέσποινά μας στο παρελθόν πολύ με είχε παρηγορήσει, όταν είχα πειρασμούς. Αυτά τώρα ενθυμούμαι και την παρακαλώ. Στην Μικράν Αγίαν Άννα, πριν να ‘ρθετε σεις, κάποτε πλήθυναν οι πειρασμοί και οι θλίψεις και η μόνη μου παρηγοριά ήταν αυτή. Πήγαινα στο εκκλησάκι μας, όπου είχα αυτήν την εικόνα στο τέμπλο. Εκεί μπροστά της προσευχόμουν και την παρακαλούσα, καθώς μόνη της μου είχε υποσχεθή να έχω την ελπίδα μου σ’ αυτήν. Όταν κατά την διάρκεια των πειρασμών κρύψη και η χάρις την αισθητή παρουσία της, τότε αυξάνει η αγωνία και με περισσόν δέος παρακαλεί ο άνθρωπος· ‘τάχυνον ως οικτίρμων και σπεύσον ως ελεήμων εις την βοήθειαν ημών, ότι δύνασαι βουλομένη’έκραζα ‘και που λοιπόν εύροιμεν άλλην αντίληψιν, ει μη προς Σε την εύσπλαγχνον, την ψυχών και σωμάτων ιατρόν;‘. Και όπως βρισκόμουν συγκεντρωμένος και κλαίων μπροστά στην εικόνα της αυτήν, αισθάνθηκα -όπως και άλλοτε- την παρουσία της αντιλήψεώς της. Καθώς ο χώρος στο εσωτερικό της εκκλησίτσας εκείνης ήταν στενός (η απόστασι από το τέμπλο ως το στασίδι που στεκόμουν ήταν μόλις ένα μέτρο), και βλέπω˙ άστραψε φως η εικόνα της και μετά έλαβε διαστάσεις κανονικές η θεία της μορφή και δεν ήταν πλέον εικόνα, αλλά ζωντανή, ολόσωμη, υπέρφωτη, ηλιόμορφη, με την πάντοτε διπλή της ιδιότητα: Μητροπαρθενική. Είδα δε ο ταπεινός τόσον, όσον επέτρεπε η θνητότης μου και με σεβασμόν έκλινα προς την γη, μη μπορώντας άλλο να ατενίσω, γιατί το Πανάγιον Βρέφος της - ο γλυκύτατος Ιησούς μας- κρατούμενος στην αγκάλη της άστραφτε υπέρ τον ήλιο, κατά το θεοπρεπές μεγαλείο Του, που γέμισε την ευτέλειά μου με την αγάπη Του, ώστε αγνοούσα εντελώς τον εαυτό μου και μόνον θαύμαζα. Τότε άκουσα την μυρίπνοο λαλιά της και υπέρ μέλι γλυκύτατη να μου λέγη· ‘Δεν σου είπα να έχης την ελπίδα σου σε μένα; γιατί αποθαρρύνεσαι; Να, πάρε τον Χριστόν’. Και άπλωσε την μακαρία της αγκάλη προς εμέ και το Πανάγιον Βρέφος με πλησίασε, όσο που να μπορή ο άνθρωπος να το φτάση! Μη τολμώντας εγώ από την έκπληξί μου καμμιά κίνησι, άπλωσε ο Πανάγαθος Ιησούς μας το χεράκι του και με χάιδεψε τρεις φορές στο μέτωπο και στο κεφάλι! και γέμισε η ψυχή μου αγάπην αμέτρητη και φως, που δεν μπορούσα να σταθώ πλέον στα πόδια μου. Έπεσα κάτω και με πόθο και δάκρυα φιλούσα το μέρος, όπου στεκόταν η πάντων Άνασσα, γιατί επανήλθε πάλι πίσω στην εικόνα της και άφησε σε μένα την παρηγοριά και την ευωδία της, γιατί ευωδίαζε για πολύ καιρό το μέρος αυτό όπου είχε πατήσει, ενθυμίζοντας μου συνεχώς την μακαρία της υπόσχεσι! Να, αυτά τώρα της ενθυμίζω και ότι δεν ξέχασα την επαγγελία της, που δεν είναι άλλη πλέον παρά να με πάρη άπ’ αυτή τη ζωή στην Βασιλεία του Υιού της Αγάπης της!». ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ γ.ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΗΣΥΧΑΣΤΗ ΙΩΣΗΦ ΜΟΝΑΧΟΥ
Ετικέτες Αγάπη, Άγιον Όρος, Θαύματα